ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ


Ο Γιάννης Λειβαδάς γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα. Είναι ποιητής της σύγχρονης avant garde. Πέρα από εκδότης, βιβλιοπώλης, αρθρογράφος και μεταφραστής έχει εργαστεί σε δεκάδες άλλους ετερόκλιτους τομείς. Είναι μελετητής της νεότερης αμερικανικής ποίησης και της ποίησης της Άπω Ανατολής. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί επίσης στον ελληνικό και τον αμερικανικό λογοτεχνικό τύπο. Zει στην Αθήνα.

Μεταφράσεις: Η Μπιτ Ποίηση (εκδ. της Λίμνης 1995), Λ. Φερλινγκέττι - Εικόνες του Φευγάτου Κόσμου (εκδ. της Λίμνης 1995), Χαϊκού (εκδ. της Λίμνης 1995), Σειρά φυλλαδίων ποίησης: Ginsberg, Lamantia, Olson, Corso, Hirschman, Duncan, Levertov, Pound, Bunting, Norse, Wei (Άκρον 2000), Σαντόκα Τανέντα - Χαϊκού (Άκρον 2000), Ann Charters - Τζακ Κέρουακ [Βιογραφία] (Printa 2002), Ανθολογία Ιαπωνικής Ποίησης (Ροές 2002), Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003), Ανθολογία Κινέζικης Ποίησης (Ροές 2005), Τζακ Κέρουακ – Γραφές της αιωνιότητας (Απόπειρα 2006), Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή (Απόπειρα 2007), Άλλεν Γκίνσμπεργκ - Ουρλιαχτό [δίγλωσση έκδοση] (Ηριδανός 2007), Ποιητές του κόσμου (Έλευσις 2007), Τζακ Κέρουακ – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ου. Κ. Ουίλλιαμς – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), ε. ε. κάμμινγκς – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007), Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ποιήματα (Ηριδανός 2008), Ντενίς Λέβερτοφ – Ποιήματα (Ηριδανός 2008), Τσαρλς Μπουκόβσκι - Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών (Ηριδανός 2008), Σαντόκα Τανέντα – Φύλλα Πορείας (Έλευσις 2008), Τζακ Κέρουακ – Πικ (Απόπειρα 2008).

Υπό έκδοση:
Ποίηση: Jack Kerouac - Mexico City Blues, "Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς / Στοιχεία για την Beat Generation". Nέες μεταφράσεις των Robert Creeley, John Berryman, Gregory Corso, Harold Norse, Kenneth Rexroth, Frank O' Hara, John Fante, Kobayashi Issa.
Μελέτη: 'Round About Jazz / Η ιστορία της Τζαζ από την εποχή του Μπίμποπ ως τις μέρες μας (Νεφέλη 2008).

Βιβλία ποίησης:
Εξπρεσιονιστική Ανάδραση [πλακέτα] (Άκρον 2000).
Απόδειξη Λιανικής Ποίησης (Άκρον 2002).
Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης (Ίνδικτος 2003).
Νοέμβριος στον κόσμο / November In the World [πλακέτα] (Άκρον 2004).
Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας (Μελάνι 2007).
John Coltrane & 13 Ποιήματα για την Τζαζ (Απόπειρα 2007).
Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ (Ηριδανός 2008).
John Coltrane & 15 Poems for Jazz (C.C. Marimbo, Berkeley-Cal. 2008).

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ - Απτερος νίκη. Μπίζνες. Σφιγξ

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ
Απτερος νίκη. Μπίζνες. Σφιγξ
«ΗΡΙΔΑΝΟΣ»

Ο 39χρονος ποιητής στο έβδομο ποιητικό βιβλίο του υπηρετεί τη μεγάλη αφηγηματική φόρμα. Ξεφεύγοντας από ιμπρεσιονιστικές, «εύκολες», συναισθηματικού τύπου ενδοσκοπήσεις, οδηγείται στην κατασκευή μιας αρπάγης αισθαντικότητας, η οποία αγκαλιάζει τον σύμπαντα κόσμο. Κουβεντιαστός τόνος, που χωράει σε μεγάλου μήκους στίχους, οι οποίοι δεν πλατειάζουν γιατί υπακούουν στο εύρυθμον της ψυχής. Σε συνέντευξή του, η οποία τυπώνεται στο επίμετρο, ανοίγει τα χαρτιά του στον Βικτόρ Λεφέβρ, ερευνητή της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με ειδίκευση στα ρομαντικά κινήματα. «Δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό η γενιά του '30 ή οποία άλλη γενιά, κι αυτό γιατί, πρώτον, απέτυχε παραγωδώς και δεύτερον, ούτως ή άλλως, αισθάνομαι περισσότερο ομόψυχος με τον Ομηρο, με τον Αρχίλοχο, παρά με όποιον άλλο νεότερο», περιγράφει τους ποιητικούς του προγόνους. Από τους ξένους δεν δυσκολεύεται να βρει αλληλεγγύη με τους Μπλεζ Σαντράρ, Λι Πο, Ισα, Ρεμπό, Ντικάς, Αρτό, κάμινγκς, Μπέριμαν, Κέρουακ. Το αίτημα του Γιάννη Λειβαδά είναι σύγχρονο, γιατί πλέον η γεωγραφία του πλανήτη είναι ανοιχτή στην επικοινωνία και η ποίηση δύναται να χωρέσει τα πάντα. Γράφει: «Η ποίηση είναι πεζή γιατί θέλει να περπατήσει. / Η ποίηση είναι προφορική, και πάει λέγοντας./ Το νόημά μου αρνείται να μοιάσει στον Αδάμ/ Και πορεύεται ακλόνητο στη διάθεση του θανάτου».

ΓΙΩΡΓΟΣ MANZEΛOΣ-PRATT Λυρικότητα αλλά και κυνισμός

ΓΙΩΡΓΟΣ MANZEΛOΣ-PRATT

Λυρικότητα αλλά και κυνισμός

ΜΠΛΕΖ ΣΑΝΤΡΑΡ Η πρόζα του υπερσιβηρικού «ΑΚΡΟΝ»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ Παράρτημα εύκρατης συγκίνησης «ΙΝΔΙΚΤΟΣ»


Σχεδόν ένας αιώνας χωρίζει δύο ποιητικές καταθέσεις, εξίσου αυθεντικές, που σφύζουν από δύναμη. Πρόκειται για την «Πρόζα του Υπερσιβηρικού» του Μπλεζ Σαντράρ (που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1913), και για την πρόσφατη, με τίτλο «Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης», του Γιάννη Λειβαδά («Ινδικτος», 2003). Εδώ συμβαίνει το εξής φαινόμενο: η πρώτη -του Σαντράρ- παραμένει ζωντανή μέσω της δεύτερης και η δεύτερη -του Γ. Λειβαδά- αναλογεί στην πρώτη και σαφώς τη μνημονεύει.
Ο Γιάννης Λειβαδάς φαντάζει ελπιδοφόρος εκφραστής νέων (ίσως και πρωτοφανών για τα ελληνικά δεδομένα) τόνων και γλωσσικών ελιγμών. Γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1969 και το «Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης» είναι η δεύτερη ποιητική του συλλογή. Τον συναντήσαμε επίσης, πριν από μήνες, στο περιοδικό «Jazz & Τζαζ», σε μια παρουσίαση που του είχε γίνει, όπου επικεντρωθήκαμε στο χαρακτηρισμό «ο Ελληνας ποιητής της Τζαζ» που του έδωσαν. Από ό,τι φαίνεται, ο χαρακτηρισμός αυτός είναι καίριος και βοηθά σε απίστευτο βαθμό στη βαθύτερη κατανόηση των όρων και της τακτικής που ακολουθεί στην ποίησή του.
Με αυτή τη συλλογή φάνηκε επιτέλους μια νέα στροφή, μια ολόφρεσκη βαρύτητα του «κλίναμεν», η οποία έλειπε από το χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ο Γιάννης Λειβαδάς δεν είναι νέος ποιητής, παρά μόνον ηλικιακά. Φαίνεται πως τα φίτλρα του είναι ισχυρά και κατέχει -τόσο τουλάχιστον όσο απατείται για να μας προκαλέσει δημιουργικά- τον ποιητικό λόγο των καινοτόμων ρευμάτων του εικοστού αιώνα. Οι καταβολές του, λοιπόν, είναι μάλλον φανερές, ωστόσο αυτό που απασχολεί είναι το ριψοκίνδυνο, μα άφοβο, βήμα που κάνει προς τα εμπρός. Βήμα όχι πάντοτε το ίδιο σταθερό, μα διόλου ασθμαίνοντας, κι έχοντας σαφείς αναγωγές στον παρελθόντα χρόνο. Η λυρικότητά του είναι περίτεχνα πλεγμένη με τον απαράμιλλο κυνισμό του: «Αυτό που είμαι/ ένας κουβάς γεμάτος άστρα/ τον κλωτσάω/ και γεμίζω τον κόσμο/ με φευγαλέες εντυπώσεις». Σχετικά με τον Σαντράρ, το motto της συλλογής ανήκει σ' αυτόν, καθώς και το ποίημα-επίλογος, που φέρει επίσης το όνομά του. Ο Γιάννης Λειβαδάς φαίνεται πως διαθέτει την ίδια θέληση για ζωή και ποίηση με τον Γάλλο ποιητή. Η «Πρόζα του Υπερσιβηρικού», από την άλλη, κυκλοφόρησε ξανά στα ελληνικά σε μετάφραση του γνωστού σε όλους μας Κλείτου Κύρου και (άλλη μια έκπληξη!) εκδόθηκε από έναν μικρό περιφερειακό εκδοτικό οίκο με το όνομα «Ακρον», τον οποίο διευθύνει ο Γιάννης Λειβαδάς. Μεγάλα τα πάθη λοιπόν. Βεβαίως για τον Μπλεζ Σαντράρ δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, αφού το έργο του είναι τόσο μεγάλο (που σίγουρα δεν θα άφηνε ανεπηρέαστο έναν νέο ανήσυχο ποιητή) και προ καιρού διαθέσιμο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πέρα όμως από την πρωτοβουλία της επανέκδοσης αυτού του ιλιγγιώδους και ιδιαίτερα συγκινητικού ποιήματος, ο Γιάννης Λειβαδάς προλογίζει επίσης την έκδοση, φανερώνοντας για μία ακόμη φορά το βαθμό εκτίμησης και την αναγνώριση του έργου και του βίου τού ποιητικού του προγόνου.

Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη Ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μιλά για τη νέα συλλογή ενός ποιητή που «γυρεύει θαύματα στο χθαμαλό

Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη
Ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μιλά για τη νέα συλλογή ενός ποιητή που γυρεύει θαύματα στο χθαμαλό σοκάκι της καθημερινότητας.

Κήπος είναι η ποίηση, άνθη του καλού τα ποιήματα.
Ναι, αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη. Με τούτη την έξοχα συμπυκνωμένη φράση απαντά ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς στην ερώτηση του Victor Lefevre «Τι είναι για σας το Ιερό;» Και το Ιερό είναι αυτό που δονεί, εμπνέει, ταλανίζει και ωθεί τον ποιητή, αυτό που τον κάνει να γυρέψει θαύματα ακόμα και στο πιο χθαμαλό σοκάκι της καθημερινότητας, ακόμα και στο πιο τάχατες ασήμαντο και φευγαλέο και άστατο δευτερόλεπτο. Ο Γιάννης Λειβαδάς τέτοιος ποιητής είναι, και στη Βαβυλώνα δεν βλέπει επιβλητικούς κρεμαστούς κήπους αλλά κρίσιμους κρεμαστούς στίχους που εκθειάζουν το Καλό αφού το ανακαλύψουν σε ένα σούρουπο («είσαι αυτό που νιώθω σπάνια/ το σούρουπο/ το πιο σπάνιο σούρουπο/ χωρίς ήλιο/ ο χάλυβας στο κορμί μου/ σπάζει τα καλούπια μου/ είσαι το σπάνιο πουλί που αναλάμπει/ είμαστε απεριόριστα όμορφοι/ και ωραίοι/ μια γυναίκα κι ένας άντρας/ πιο αργοί απ' το κοράλι/ πιο τρελοί/ από κάθε ποιητή»). Ή άλλοτε το επινοούν, το Καλό, καθώς στέργουν να ψάλλουν για ένα φύσημα στο σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ, για του Ρεμπώ του Αρθούρου την ποίηση την εμπρηστική, καθώς παλεύουν με του Γκέοργκ Τρακλ το ζόφο, καθώς γίνονται φθέγματα αυτογνωσίας κερδισμένης μέσα από την ποίηση της περιπέτειας και την περιπέτεια της ποίησης. Ακούστε: «Τα βρίσκω μπαστούνια μα εκτοξεύω αγριολούλουδα/ ο κίνδυνος είναι ασφαλέστερος απ' την ασφάλεια/ τα λόγια που μπορεί κάποιος να πει λιγοστεύουν/ καθώς και το λυκόφως πάνω από το τραπέζι με τα φρούτα». Είναι σημαντικό αυτό που κομίζει ο Λειβαδάς στην ποίηση των καιρών μας. Και το κομίζει όχι μονάχα με τα ποιήματά του αλλά με μιαν ακόπαστη δραστηριότητα στους λειμώνες και στις αλέες της μουσικής των λέξεων (τι άλλο είναι η ποίηση αν όχι των λέξεων η μουσική;). Το κομίζει μεταφράζοντας τους ποιητές που κατέσφαξαν τις βεβαιότητές του για να τον αναγκάσουν να σκαρφιστεί άλλες, να προχωρήσει σε εκσκαφές μέσα από μιαν αυτοσχέδια αρχαιολογία της γνώσης, για να συνθέσει κατόπιν το δικό του Λόγο περί Μεθόδου και Ηθικής. Το κομίζει με την ίδια του την παρουσία -σάρκα και οστά που αναδίδουν πνεύμα- μες στης Αθήνας τα κρυφά καταφύγια, όπου η Ποίηση ανθίσταται στο ποταπό. Το κομίζει καταφέρνοντας μιαν αναβίωση του ενδιαφέροντός μας για κείνες τις μορφές της τέχνης που πάσχισαν να ανακατέψουν την τράπουλα του ζην ξανά, να παίξουν πάλι στο τραπέζι μιας νέας περηφάνιας το Πόκερ της Σαγήνης. Ακούστε: «Αυτό που έρχεται από παλιούς ποιητές/ σε μένα/ είναι βαθιά χοάνη αντεστραμμένη/ κάθομαι εδώ ήρεμος ανασαίνοντας σαν λουλούδι/ και δεν χρειάζομαι τίποτα/ δημιουργώ και καταστρέφω/ κοντεύουν να 'ρθουν τα χελιδόνια/ να με δουν/ να μη λέω κουβέντα/ σφηνωμένος στη χοάνη/ καθώς εκείνα θα 'ναι σωσμένα/ και χαρούμενα». Τους κήπους κάνει στίχους ο Λειβαδάς, και άλλωστε κηπουρός είναι ο ποιητής, κήπος είναι η ποίηση, άνθη του καλού, και όχι του κακού, είναι τα ποιήματα. Κι ακόμα, στήνει παρατηρητήρια του ουρανού, μας φέρνει την αστρόσκονη στις τυπωμένες του σελίδες, κάνει πραγματικό το όνειρο και ονειρική την πραγματικότητα, μέσα από τους συνειρμούς της jazz, μέσα από τη σύλληψη και την ποιητική μεταγραφή του φευγαλέου, του άπιαστου, του εφήμερου. Παίζει ξανά και ξανά τη μαγνητοταινία της ζωής, μπαινοβγαίνει στο Στούντιο του Εφικτού για να μας στείλει ποιητικά μηνύματα λύτρωσης των καταδικασμένων στιγμών του εικοσιτετραώρου. Ακούστε: «Σκίζω το γραμμένο χαρτί/ όπως σκίζεις έναν παλιό χάρτη/ σαν να μην ξέρω το λόγο/ δεν υπάρχει θησαυρός στο χαρτί/ το σώμα είναι προπέτασμα/ η μοίρα δουλεύει γκαρσόνα/ στοιβάζει καρέκλες/ σκουπίζει/ σβήνει τα φώτα/ όλα κερασμένα/ την άλλη μέρα/ ξαναπιάνω να γράψω/ σαν λυτρωμένος/ το ποίημα».

Yannis Livadas - John Coltrane And 15 Poems For Jazz




















Yannis Livadas - John Coltrane And 15 Poems For Jazz

Translated by Jack Hirschman & Dimitri Charalambous
(C.C. Marimbo, Berkeley, California 2008)

From the introduction of the book:
“Livadas began translating American poetry in the 90’s and recently has published a large anthology of the works of Ginsberg, Corso, Ferlinghetti, Olson, Norse and others. His own poetry, influenced as well by that of Blaise Cendrars, has resulted in some very brilliant works, and his latest collection of poems [“Apteros Nike/Business/Sphinx” by Iridanos Books, 2008] is regarded as a turning point in modern Greek poetry.
Livadas was born in 1969 in Kalamata, Greece. He has also been an editor and publisher of various works, and a columnist. He is considered an expert in postmodern American poetry and the poetry of the Far East. He’s been called the Jazz poet of Greece.
In a recent interview, Livadas has succinctly clarified his approach to poetry and jazz: “Jazz is pure art. And is not restricted to the music area. If we consider it as such then we ignore its greatest importance; the fact that above all Jazz is a way of life, an attribute of thinking and doing and, in my case as a poet, a way of writing, of getting into the heart of the poem. As for the poetic language I’m not interested in surrealism, the Beats, etc. I’m only interested in the voice of the Muse, the deep poem, the total. My poetry may derive, on the one hand, from the postmodern Americans and, on the other hand, from Cendrars, but it has its own system, its own risks… Anyway, whether I write longer poems, which I prefer doing, or shorter ones, I’m in play; I gamble.”
… This has been a trio ensemble bringing the visions of one poet to a bilingual homage with respect to the Jazz poem that was born about three years ago and has been liberating sound-sense ever since.
The book is distributed by the City lights Bookstore in San Francisco.


Η ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΟΙ ΜΠΙΖΝΕΣ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ

Η ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΟΙ ΜΠΙΖΝΕΣ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ:

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

«Φέρνω την ψυχή μου στο σφαγείο

για τροφή των μελλοντικών χρόνων»

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Μία προφανώς καταδικασμένη αντιπαλότητα κάνει τελευταία την εμφάνισή της στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, όπως την συναντά κανείς σε διάφορα δημοσιεύματα, μα προπάντων στους διαξιφισμούς που ακολουθούν τις περισσότερες ποιητικές βραδιές στα καινούργια λογοτεχνικά πατάρια και τα cafes που έχουν ξεφυτρώσει στο κέντρο της Αθήνας. Το ερώτημα που πλανάται, όπως εκφράστηκε πρόσφατα κατά λέξη, είναι το «Ποιος βρίσκεται τελικά πιο κοντά στην αλήθεια της ποίησης; Ο ποιητής που υποβάλλει νέα εκφραστική συνθήκη ή ο ποιητής που διασώζει ότι μας έχει καταπλήξει;» είναι να αναρωτιέται κανείς, όχι μόνο για τη στενότητα του ερωτήματος, μα και για την ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου διπόλου.

Πιθανόν ο προβληματισμός γύρω από την ποιητική ανακαίνιση και την επίδραση των ιδεών που παράγει η σύγχρονη ποίηση, να έχει πάψει να αφορά, όσο αφορούσε τουλάχιστον κάποτε. Μα εκείνο που έχουμε τελικώς ανάγκη δεν είναι μία δυναμική και τολμηρή ποίηση; Ανεξάρτητα από την αισθητική της κατεύθυνση; Καθόσον η ποίηση, εκείνη που στ’ αλήθεια χρειαζόμαστε, δεν μπορεί παρά να είναι πρωτίστως αυθεντική και υπεύθυνη. Μήπως όμως η κριτική έχει αποποιηθεί κάθε της φυσική ευθύνη και απλά συμπιέζει τον ποιητικό ορίζοντα, με αποτέλεσμα η μόνη πρόοδος που καταγράφεται να αφορά ελάχιστα έως καθόλου στην ίδια την ποιητική γραφή;

Η σύγχρονη ελληνική ποίηση κινείται ως επί το πλείστον στα πλαίσια ενός ακραίου συντηρητικού προσανατολισμού όπου το παρελθόν, ως φάσμα και όχι ως προωθητικός μηχανισμός, εξακολουθεί να περιορίζει την ποιητική γλώσσα με αποτέλεσμα να διαθέτουμε πληθώρα κοπιαστικών αποπερατώσεων οραμάτων που δεν μας πείθουν τόσο για τις προθέσεις τους, μα ούτε και ολοκληρώνουν ένα οργανικό ποιητικό σώμα που έχει την δυνατότητα να μιλά πέρα από τα σύνορα της έδρας του ποιητή. Οι ποιητικοί χειρισμοί και τα οράματα δεν διαθέτουν μία, ας μου επιτραπεί ο όρος, πανανθρώπινη δυναμική. Γιατί πάνω απ’ όλα ο ποιητής δεν είναι εθνικός, ούτε και στρατευμένος, ούτε και εραστής στερεοτύπων, είναι της ανθρωπότητας και της διακινδύνευσης. Και προπάντων εισάγει μία γλώσσα, δεν «γλωσσίζει».

Μήπως αυτό που θεωρούμε στις μέρες μας ποιητική δεν είναι παρά η μεταφορά μίας νέο-συντηρητικής ιδεολογίας στην ποίηση; Μήπως η ποίηση έχει στραφεί στην φιλολογία και όχι στην τέχνη; Σκεφθείτε το σαν γεγονός και σε επίπεδο νεότερης παράδοσης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως υποφέρουμε ένα δημιουργικό μούδιασμα, ίσως μιαν αποτελμάτωση.

Οι ποιητές μας πρέπει να κοιτάζουν μπροστά και να μην τους απασχολεί η διαγωγή ούτε οι αντιπαραθέσεις. Ο ποιητής είναι μία μαύρη τρύπα, όπως αυτές στο διάστημα, που προσελκύουν τα πάντα και μέσα από την ελαστική τους σήραγγα οδηγούν στην άλλη πλευρά. Αυτό που μετράει είναι το όραμα του ποιητή και ο τρόπος με τον οποίο το εισάγει. Όχι η δυνατότητα του ποιητή να εξασφαλίζει μία συνθήκη που θα του επιτρέπει να συντηρεί την δική του υπογραφή.

Πόσα οράματα και πόσες μεθόδους απαριθμούμε; Μοιάζει να έχουμε ξεμείνει με τους ποιητές της πρόωρης δέσμευσης, της ανακύκλωσης όλων εκείνων των ποιητικών προεκτάσεων και δυνατοτήτων (που προήλθαν κατά κόρον από αλλοδαπούς ποιητές), οι οποίες δεσμεύτηκαν στα θεμέλια μιας παγκοσμιοποίησης που, αντί να προάγει, καταπιέζει την ανθρωπότητα. Και όχι μόνο με πολιτικούς όρους, μα κυρίως με πολιτισμικούς.

Λείπει από παντού η φρεσκάδα, η αβίαστη αίσθηση της αγάπης για την ίδια τη γλώσσα, ένας άνεμος ελευθερίας που μπορεί να συνεπάρει τον αναγνώστη. Διαβάζοντας νιώθει κανείς πως πρόκειται για διεκπεραίωση, όχι για τέχνη. Εξάλλου τι ζητά η κοινωνία από τον ποιητή; Την δυνατότητα μιας ολικής επανιεράρχησης.

Όντας επισκέπτης στην φετινή παγκόσμια γιορτή της ποίησης θα μπορούσε κάποιος να αισθανθεί πως η σύγχρονη ελληνική ποίηση βρίσκεται σε φάση αμηχανίας, σε ανάγκη παραγωγής εντυπώσεων, ή απλής επίδειξης επιγνώσεων. Εάν εν πάση περιπτώσει υπάρχει μόνο αυτή, και όχι κάποια άλλη ακόμη αποσιωπημένη – γιατί μάλλον υπάρχει.

Με αφορμή αυτόν τον εορτασμό σταθήκαμε και τυχεροί γιατί ανάμεσα σε όλα διακινήθηκε στο διαδίκτυο μία ανοιχτή επιστολή γύρω από τον εορτασμό της ποίησης και την κατάσταση στη χώρα μας. Την επιστολή υπογράφει ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς. Η επιστολή αυτή θεωρούμε πως εκθέτει, υπενθυμίζει με δημιουργικό πνεύμα, ορισμένα από τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν στη σύγχρονη ποίηση. Παραβάλλουμε ένα κομμάτι από το σχετικό δημοσίευμα: «…αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση… η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης· και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη… το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής… διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων, που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον…».

Ακρότητες; Όχι βέβαια. Πολεμική; Πιθανώς ως έναν βαθμό ναι, μα μην μας διαφεύγει πως πολλά από όσα γράφονται τελευταία για την τέχνη της ποίησης τεκμηριώνουν μία φιλολογική δέσμευση η οποία ελάχιστα υποστηρίζει την προοπτική μίας καθαρής ρήξης που μπορεί να ανανεώσει εκ βαθέων την ποιητική γραφή.

Η νέα συλλογή του Γιάννη Λειβαδά έχει τον τίτλο «Άπτερος Νίκη/Μπίζνες/Σφιγξ» και κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ηριδανός. Στην ποίηση του Γιάννη Λειβαδά βρίσκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται να εντοπίσει κανείς για να μιλήσει για μία ανοιχτή, φιλοπρόοδη και δυναμική ποίηση. Ο ποιητής μοιάζει να είναι από μόνος του ένα κίνημα, διαθέτει δική του φωνή και είναι ένας απ’ αυτούς που προσφέρουν πραγματικά γιατί εποπτεύει από δύσκολα και δυσπρόσιτα σημεία.

Στα τρία όλα κι όλα, μακροσκελή ποιήματα της συλλογής, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας δυσβάσταχτων δυνάμεων των οποίων η αναμέτρηση είναι με έναν πολύ δημιουργικό τρόπο εκφρασμένη. Η γλώσσα του ποιητή είναι απρόβλεπτη, αυτο-σαρκαστική, ολοζώντανη και κυριευμένη από μεγάλα πάθη τα οποία όμως δεν υπεισέρχονται στο νοηματικό πεδίο. Εκεί τα πράγματα είναι ολωσδιόλου ξεκάθαρα και απογυμνωμένα. Η μουσικότητα που χαρακτηρίζει και τα τρία ποιήματα είναι πολύτροπος, ίσως δύσπεπτη σε κάποια σημεία. Η συγκοπτόμενη ροή και οι απότομες εναλλαγές παίζουν το ρόλο ενός θορύβου που δημιουργεί ένα στατικό άγχος στον αναγνώστη. Αυτός ο συγκεκριμένος «θόρυβος» δεν λειτουργεί απλά ως αισθητικό υπόστρωμα, είναι μέρος της εσωτερικής ανταπόκρισης του ποιητή μέσα από έναν κόσμο (τον κόσμο όλων μας) που αντιλαλούν ατμόσφαιρες σύγχυσης παρά καθαρές φωνές. Ο ποιητής αποχωρίζεται ανεπιστρεπτί βασικά κομμάτια του κορμού της δημιουργικής του πρόθεσης, σχεδόν αποξενώνεται, χάνει και χάνεται, με αυτόν τρόπο όμως ανταγωνίζεται την ποιητική είδηση και μπορεί αντί για στόμα να έχει φωνή. Πρόκειται για μία σχεδόν βίαιη διάνοιξη του ποιητικού λόγου που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την δραματουργία. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο φωνές μέσα στα ποιήματα, τουλάχιστον δύο εμπλεκόμενες δυνάμεις που αποζητούν ή την πλήρη τους ακύρωση ή την απόλυτη ένωση. Είναι ένα προκλητικό ποιητικό ορατόριο που έχει κέντρο του τον άνθρωπο, όχι τον ποιητή, με όλες του τις ιδιότητες.

Δημιουργός εδώ δεν είναι ο ποιητής που διαθέτει απλώς το φλόγισμα μιας πιθανής ερμηνείας, είναι ο ποιητής που έχει εντελώς αφαιρετική σχέση με τα πράγματα. Ένας ποιητής που δρα με σκοπό την ενότητα, γιατί μόνο μέσω εκείνης το πρόσωπο και το πνεύμα του ποιητή αποκτούν τις πραγματικές τους ιδιότητες και λειτουργούν σαν νοηματικοί συγκολλητές. Ο ποιητής εδώ συμπεριφέρεται πότε σαν εραστής, και πότε σαν πάτρωνας των λέξεων, και αυτή η δημιουργική σχέση ανάμεσα στο ποίημα και τον δημιουργό του είναι η απόλυτη μητέρα κάθε νοήματος. «Κάτι που γράφεται στα σοβαρά, παύουν να το υποστηρίζουν οι κανόνες», μας λέει σε κάποιο σημείο ο ίδιος.

Για να μην ξεχνάμε πως ο πραγματικοί ποιητές εκπροσωπούν στο ακέραιο τη χειραφέτηση από την καθιερωμένη διανόηση και αναγάγουν την ίδια την ζωή σε Τέχνη.

Γιώργος Μάνζελος-Pratt.

manpratt@yahoo.gr

ΟΙ ΚΡΕΜΑΣΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:
ΟΙ ΚΡΕΜΑΣΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ
[Μελάνι 2007]

Να παραθέσει κανείς μία σειρά σχολιασμών που βασικά επικροτούν ένα νεαρό ποιητή, μέσα στα συνήθη πλαίσια της επιτακτικής ανάγκης να είμαστε αντικειμενικά αυστηροί όσο και ισορροπιστές, δείχνει κάπως αβανταδόρικο σε πρώτο επίπεδο. Ο Γιάννης Λειβαδάς όμως είναι ένας ποιητής που χρειάζεται να ανατρέξουμε επειγόντως στο έργο του. Ανιχνεύοντας το νεότερο ποιητικό τοπίο τον επισημαίνουμε διακριτικά, καθώς οφείλουμε, για λόγους που προσδιορίζουν όσο και καταδεικνύουν την υπόσταση μιας ζωτικής για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, καμπής, που αποκαλύφθηκε με την τελευταία του ποιητική συλλογή.
Πριν προχωρήσουμε όμως θα θέλαμε να καταθέσουμε την έκπληξη που νιώσαμε, σαν αντικρίσαμε προ τριετίας μία καλαίσθητη δίγλωσση πλακέτα του ποιητή (αντιπολεμική, για το Ιράκ), με τίτλο «Νοέμβριος στον Κόσμο/November In The World», στο διαβόητο βιβλιοπωλείο City Lights, στο Σαν Φρανσίσκο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συναντήσαμε και τη νέα συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Λειβαδά, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι Κρεμαστοί Στίχοι Της Βαβυλώνας», που είναι η τρίτη στη σειρά. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μελάνι» οι οποίες βεβαίως είναι άξιες συγχαρητηρίων που ανέλαβαν την εν λόγω πρωτοβουλία βγαίνοντας από τη γνωστή νοοτροπία των «ασφαλών» επιλογών.
Μπορούμε λοιπόν να σχολιάσουμε ορισμένα γνωρίσματα της πρόσφατης ποιητικής του παραγωγής, δίχως να παραλείψουμε να παραθέσουμε λίγες λέξεις και από το σημείωμα του ιδίου του ποιητή στο αυτί του βιβλίου, που αφορά εν γένει στην φύση της ποίησης, το οποίο εκτιμήσαμε ιδιαιτέρως: «Ποίηση πάνω απ’ όλα είναι αυτός που την γράφει. Από μόνη της η γραφή δεν είναι τίποτα. Γι’ αυτό και οι ποιητές είναι πολύ λίγοι. Η ικανότητα να είναι κάποιος ποιητής, αυτή είναι η πρωταρχική αξία, καθώς και τα εννέα δέκατα της δυσκολίας… Δεν εννοώ τίποτε άλλο παρά τη Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα… Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός νέου όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον».
Σ’ αυτή τη νέα συλλογή, ο ποιητής συγκεκριμενοποιείται με ευστοχία, πειθώ και μέτρο, έχοντας γνώμονα την επιφόρτιση του καθολικού άλγους εντός του ποιητή, όχι την διαπραγμάτευσή του. Η ποιητική πράξη συντελείται μέσα σ’ ένα inferno που ο ποιητής δεν δέχεται αναισθητικό ή παυσίλυπο. Η αντικομφορμιστική ενέργεια και η οργανική παρόρμηση οδήγησαν σε μία φρενήρη στιχουργική έκρηξη. Στα δύο μέρη της συλλογής, Τρίπτυχο και Jazz, παρατηρούμε την ανεξάρτητη ανάπτυξη ελεύθερων μα ισορροπημένων ρυθμών, οι οποίοι απαρτίζουν το σύνολο ενός δημιουργικού αυτοσχεδιασμού γεμάτου οράματα, εμπειρίες, και ενστάσεις. Ο ποιητής διατείνεται πως όλες οι «διανοητικές πραγματικότητες» είναι έκπτωση: «εμείς / κατοικούμε / στον / εγκέφαλο, / η / ζωή / όχι». Συχνά έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία ανατολικών φιλοσοφιών, και κάποιες δριμύτατες διακηρύξεις που προφανέστατα έχουν τις ρίζες τους στο ιδεολογικό πλατό του Όσβαλντ Σπένγκλερ. Άλλοτε, μία σημαδιακή, σαρδόνια ωμότητα καταγραφής του βίου του, λειτουργεί σαν τάπητας όπου πάνω εκεί διαπλέκονται οι στίχοι του. Ορισμένα ποιήματα είναι πραγματικοί χείμαρροι ποιητικής πρόζας και άλλα συμπήξεις τζαζ συνειρμών. Ωστόσο δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα η στερεότυπη χρήση αυτών των τεχνικών, όσο η καταληκτική τους προέκταση (ανανέωση).
Όλα αυτά τα αξιοσημείωτα στοιχεία όμως δεν είναι παρά δευτερεύοντα. Το εξής είναι σπουδαιότερο όλων: Η χρήση όλων αυτών των στοιχείων, η οποία λειτουργεί πρωτοτύπως και άψογα. Είναι περίπτωση ποιητή που δεν αρκείται στις κορυφώσεις μεμονωμένων στίχων – αντιθέτως, καταδεικνύει την πίστη που τρέφει στη λειτουργία της πολυσύνθετης ολότητας, (στην πραγματικότητα φτάνει σε σημείο να ρισκάρει επικίνδυνα, με όλες αυτές τις λεκτικές και τονικές διακυμάνσεις).
Ο ποιητής κατάφερε να μετατρέψει τον άμεσο καθημερινό λόγο σε ένα ευθύβολο και ιδιαίτερα κριτικό εργαλείο μιας εκ βαθέων συνεννόησης με τους νεκρούς, ερμηνεύοντας όμως κάθε επίδραση και εξελίσσοντας κάθε δική του παρατυπία (το Καθαρό της Ποίησης) γλεντώντας την λες, καθώς απωθείται ο ίδιος από μέσα της, με πολύ χαρακτηριστικό και ανθρώπινο φέρσιμο.
Ο Λειβαδάς άφησε στην άκρη τους τύπους που βαραίνουν τις βιβλιοθήκες της ποίησης και έκανε ένα μεγάλο βήμα μπροστά. Μάς προκαλεί ανοιχτά, να βγούμε από τον κύκλο της συνωμοτικής συμφωνίας της γενικής παραδοχής του κόσμου σαν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι στ’ αλήθεια. Ταυτοχρόνως (όπως θα δείξουμε πιο κάτω), εμφανίζει την έλλειψη χαρακτηριστικών που εδώ και δεκαετίες καθόρισαν το σύστημα της ποιητικής γραφής στην Ελλάδα, ή καλύτερα δηλώνει την πλήρη τους εγκατάλειψη, μία συνειδητή χειραφέτηση.
Βεβαίως το πρόβλημα που μπορεί να παρουσιαστεί στην επικοινωνία με τον ποιητή, είναι ίσως η ευρύτερη κοινωνική σύμβαση. Διαβάζοντάς τον, αυτομάτως σου δημιουργείται μία αίσθηση μεγάλης αισθητικής απόστασης από τους σύγχρονους έλληνες ποιητές. Δεν αναπτύσσει ένα εισαγωγικό πεδίο πρόσφορης κοινότητας (μνημειακές γλαφυρότητες, στέφανους αυτοπροσδιορισμών, θρησκευτική παθολογία) - διαδεδομένο τέχνασμα ανάμεσα στους γνωστότερους ομότεχνούς του που μας ταλαιπωρούν με το ενθυμητικό και το νατιβισμό τους. Οι στίχοι του ανασκιρτούν ενάντια στην γενικευμένη νοσηρότητα της αφομοίωσης και της υπεκφυγής. Μείζον δε, είναι το γεγονός πως παρά το βεληνεκές της απομάκρυνσης του από τα τετριμμένα, ο ποιητής δεν υποχρεώθηκε σε απώλειες. Το νήμα των συνειρμών του ξετυλίγεται με μία πληθώρα εναλλαγών, που όλες τους διέπονται από έναν ισχυρό κανονισμό μέτρου και αλληλοεξαρτώμενων σημασιών - σαφέστατα ανάλογων των καταδύσεων και των απογειώσεων του, που θεσπίζουν ένα πλαίσιο νέων κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων σαν απότοκα μιας αποφασιστικής και λυτρωτικής παρέκκλισης. Είναι ποιητής σιβυλλικής φύσης που φέρνει στον καταραμένο deraciné, μα όχι καθώς μας έμαθαν τα τελευταία χρόνια οι ποιητές, από άποψη, μα από χειροπιαστή εξόντωση.
Έχει κανείς την αίσθηση πως «Οι Κρεμαστοί Στίχοι Της Βαβυλώνας» είναι ένα κομβικό σημείο για την ελληνική, ή καλύτερα, την ευρωπαϊκή ποίηση.
Ευρισκόμενοι πλέον στον 21ο αιώνα και με τον ποιητικό λόγο να δείχνει σαστισμένος και να χάνει διαρκώς όλο και περισσότερο έδαφος, ο Γιάννης Λειβαδάς, μάς φανερώνει λες, τα πρώτα σημάδια ενός ανανεωμένου ποιητικού χώρου, εξατομικευμένου σε πρώτο επίπεδο, μα συγκροτημένου με τις πλέον χαρακτηριστικές και οδυνηρές ετερότητες• τις αλήθειες εκείνες, που η ανθρωπότητα κρατά κλειδωμένες στο τελευταίο συρτάρι. Είναι πιθανό αυτή η ποίηση να θεωρηθεί από κάποιους θορυβώδης συναγωγή. Θα χρειαστεί ορισμένο παραπανίσιο θάρρος για να αντέξει κανείς το μήνυμα αυτής της νεογέννητης συνάρτησης. Αν και βρίσκεται ακόμη στην αρχή, το προβάδισμα του ποιητή είναι γεγονός.
Ανήσυχοι μελετητές και εξασκημένοι σχολιαστές της ποίησης ας καταπιαστούν με το νεαρό δημιουργό που το φανέρωμα του φέρνει στο Αυγό του Κολόμβου. Στην ποίηση πάνω απ’ όλα προέχει η πίστη και το όραμα για το ξεπέρασμα της γραμμής του ορίζοντα.


Άγγελος Παναγιωτακόπουλος
agpan@aol.com

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Γιάννης Λειβαδάς:
Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση δηλαδή κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του. Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό κι αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Και αυτό γιατί μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής. Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη άποψη για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορήσω το έργο οποιουδήποτε, όπως ατυχώς θεωρήθηκε από μία μικρή, γνωστή ομάδα ποιητών με την δημοσιοποίηση παρόμοιων προηγούμενων κειμένων μου. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν σε τίποτε χρήσιμο. Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως «Αξία». Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα. Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα πολύ μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές απόψεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά δοκίμια που συμπεριλαμβάνονται στο επίμετρο της τελευταίας μου ποιητικής συλλογής*. Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος φαίνεται να μην είναι άλλος απ’ αυτόν: οι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως η υπογραφή του ποιητή θα πάψει εκείνη την συνθήκη που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του μετέωρου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή». Και επ’ αυτού ο ρόλος του ιδεολογικού και του εθνικού βάρους είναι καίριος. Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει μία και μόνη ιδεολογία, την Προσωπική Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί την επικράτεια μίας παγκοσμιότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Στην ποίηση η μέγιστη εγγύτητα κατακτάται με το πιο ατέρμονο βλέμμα. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση. Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρνει να αποτελεί Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής. Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε μάλλον δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε στατική επίγνωση, ως τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος. Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία ορισμένων. Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» και όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία, και πως ο ποιητής είναι το αντίθετο αυτού που ονομάζουμε «κοινωνία». Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται. Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η Ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει. Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον. Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας διακήρυξης, να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή, δεν αποτελεί απόδειξη τόλμης ή γνώσης. Απαιτείται δημιουργική υλοποίηση. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής. Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών και των ακαδημαϊκών δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν. Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης• γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα; Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά• φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει σαν «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, που τον θέλουν από νομοτελειακή ανάγκη πυρσό της εποχής του, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη (και «γράφοντας» και «δια ζώσης»), το οποίο ζυγίζεται μεταξύ της προσπάθειας αυτο-προσδιορισμού και του κοινωνικού φαίνεσθαι. Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας; Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του. Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την γράψει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής. Η ποίηση είναι η εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο• παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί. Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.

Μετς 2008

*«Άπτερος Νίκη, Μπίζνες, Σφιγξ» (Ηριδανός 2008)

Ο ΣΕΛΙΝ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝΤΡΑΡ

Γιάννης Λειβαδάς:

Ο ΣΕΛΙΝ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝΤΡΑΡ

«…Μένω στ’ αλήθεια έκπληκτος που μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων κανένας δεν θυμάται το Μοραβαζίν, πού ήδη εδώ και παραπάνω από μια δεκαετία, περιείχε τα ίδια θέματα με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας που σήμερα ξοδεύεται γι’ αυτό τόσο μελάνι: ο πόλεμος, η έξαρση, η Αμερική, η ζωή ανάμεσα στους αγρίους, η τρέλα, ο ερωτισμός, ο μικροαστισμός, οι γιατροί, κ. ά.» Από γράμμα του Μπλεζ Σαντράρ στον φίλο του Ζακ Ανρί Λεβέσκ.

Αδικαιολόγητη η απογοήτευση του Σαντράρ; Το 1919 όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα αποσπάσματα αυτού του θρυλικού και τότε ανέκδοτου ακόμη βιβλίου στο περιοδικό Littérature, το κείμενο του Σαντράρ καθώς και τα ποιήματά του είχαν ήδη επιδράσει καθοριστικά στα ανερχόμενα πρωτοποριακά κινήματα. Το ότι ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν αποδεδειγμένα μέγιστος φωστήρας του ευρωπαϊκού μοντερνισμού είναι πλέον διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο.

Ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν εκείνος που στην κυριολεξία οδήγησε στην εμφάνιση γνωστών λογοτεχνικών ρευμάτων, «ποιητικός κυβισμός», «υπερρεαλισμός», και καθόρισε σε απόλυτο βαθμό την κατεύθυνση της λεγόμενης «μεταμοντέρνας ποιητικής πρόζας» που χρησιμοποιήθηκε από αμέτρητους σύγχρονούς του γάλλους ποιητές και κατόπιν κατά κόρον από τους αμερικανούς Μπιτ και πολλούς ακόμη σύγχρονους ποιητές. Ο ίδιος σοφά δεν ανέχθηκε κανέναν περιοριστικό λογοτεχνικό χαρακτηρισμό παραμένοντας έως το τέλος της ζωής του ένας πρωτοπόρος δημιουργός.

Το περίφημο Μοραβαζίν (και κατά την γνώμη μου ένα από τα κορυφαία κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στα οποία συγκαταλέγεται και άλλο ένα πεζό του Σαντράρ, το Bourlinger), δεν μπόρεσε να γνωρίσει τόση δημοσιότητα, σαν εκείνη του Ταξιδιού, γιατί ο Σαντράρ εξ αρχής έγραφε με μία εντελώς απροσδόκητη γλώσσα, ήταν ένας master της ποιητικής πρόζας πριν ακόμη τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ο Μοραβαζίν κατ’ οιονδήποτε τρόπο popular. Ουδέποτε εξάλλου αυτός ο απίστευτος συγγραφέας δεν αναζήτησε την ευρεία αποδοχή και την εκτεταμένη δημοσιότητα.

Το Μοραβαζίν κυκλοφόρησε τελικά το 1926. Οι «ομοιότητές» του με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας του Σελίν είναι παραπάνω από σκανδαλώδεις. Και τα δύο βιβλία έχουν αφηγητές γιατρούς, ο Σελίν εξιστορεί μέσω Μπαρνταμού και ο Σαντράρ μέσω Ρεημόν. Και οι δύο γιατροί διαθέτουν δεύτερο παραλογικό εγώ που στην περίπτωση του Μπαρνταμού ενσαρκώνει ο Ροβινσώνας ο οποίος ζει σαν παράνομος και εισάγει τον Μπαρνταμού σε περιπέτειες: πόλεμος, Αφρική, Αμερική, και του οποίου ο θάνατος από μορφίνη δίνει τέλος στο βιβλίο. Ο Ρεημόν έχει τον Μοραβαζίν τον οποίο ελευθερώνει για να οδηγηθεί στην παρανομία, ο οποίος τον παρασύρει σε περιπέτειες στη Γερμανία, στη Ρωσία, στο Βόρειο και τη Νότιο Αμερική, και τον στοιχειώνει στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Όπως και ο Ροβινσώνας, ο Μοραβαζίν πεθαίνει στο τέλος από μορφίνη.

Ακόμη και το όνομα του γιατρού του Σελίν, Παραπίν (Parapine), που παραπέμπει στο «αλεξίκαβλος» φανερώνει άμεση συγγένεια, σημειολογική αντιστοιχία με το όνομα του Μοραβαζίν (Moravagine) που υποδηλώνει «θάνατος στη μήτρα». Ο Παραπίν του Σελίν παραμονεύει μικρά κορίτσια και καταλήγει στο άσυλο, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ ξεκινά έγκλειστος σε άσυλο και αμέσως ξεκινά να δολοφονεί μικρά κορίτσια. Τι άλλο χρειάζεται να παραθέσει κανείς; Προφανώς το «παράπονο» του Μπλεζ Σαντράρ ήταν παραπάνω από δικαιολογημένο.

Τόσο ο Μοραβαζίν, όσο το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας είχε σαν πυρήνα του τον πόλεμο. Τον παγκόσμιο πόλεμο όπου και οι δύο συγγραφείς συμμετείχαν. Και οι δύο αφηγητές βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης λόγω του μακελειού, της παράνοιας, της ανθρώπινης ανοησίας. Στον Μοραβαζίν όμως ο πόλεμος επινοείται και λαμβάνει χώρα πριν πραγματοποιηθεί στην πραγματικότητα.

Στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας, η γλώσσα μοιάζει να ισοφαρίζει, ίσως ακόμη και να διαφεύγει της καταστροφής του πολέμου, να αποτελεί μία «νίκη», γιατί η Σελινική γλώσσα απέκτησε φωνή μέσω του πολέμου. Γι’ αυτόν τον λόγο το Ταξίδι του Σελίν είναι, πάντοτε σε σχέση με το έργο του Σαντράρ, αρκετά «φιλολογικό» ώστε να βρίσκει κανείς πιο εύκολα τρόπο να το εκτιμήσει. Αποτελεί μία από τις κορωνίδες της λογοτεχνίας που γράφτηκε στην απλή, καθημερινή γλώσσα. Αυτό είναι ένα επίτευγμα. Στο Ταξίδι όμως συμβαίνει και κάτι άλλο ακόμη: έχει εξαφανιστεί σχεδόν κάθε ψήγμα εσωτερικότητας, δημιουργικού διαλογισμού πάνω στα γεγονότα. Ο Σελίν πιο πολύ απέκτησε ένα εργαλείο αντίδρασης, (βλ. τι σημαίνει αυτό, ακόμη και στις μέρες μας), ενώ ο Σαντράρ παρότι ιδιαίτερα εύγλωττος και πληθωρικός, καταβρόχθισε τη γλώσσα, ή βγήκε από τη γλώσσα λόγω του ανθρώπινου ολέθρου.

Ο Μοραβαζίν αποτέλεσε μία εκπληκτική ακολουθία ταυτοτήτων και ανατροπών. Ο Μοραβαζίν κήρυξε τον πόλεμο στην ανθρωπότητα πριν ακόμη ξεσπάσει ο πραγματικός. Στον συγγραφέα Σαντράρ παρέδωσε την απόλυτη λέξη, τη λέξη που εμπεριέχει τα πάντα, μα ήταν στην Αρειανή γλώσσα!

Και στα δύο βιβλία οι βασικοί ήρωες καταδιώκουν αυτό που πιστεύουν πως αποτελεί Αρχή, εστία των πραγμάτων, και προσπαθούν με ποικίλους τρόπους να την ακυρώσουν. Κατάληξη είναι η τελεσίδικη αδυναμία να ξεπεραστεί η ανθρώπινη τραγωδία, οι Άλλοι, το Άλλο. Στην περίπτωση όμως του Σαντράρ ο συγγραφέας αποδεικνύεται ικανός να σιωπήσει και να καταστήσει το έργο του φανέρωση μιας υπαρξιακής επαν-ανακάλυψης. Ακόμη κι αν υφίσταται τη μέγιστη τυραννία στο να το πράξει. Όλα αυτά όμως με την αδιάκοπη δράση, όπως και ο Σελίν, ο οποίος όμως καταλήγει στη επιθεώρηση ενός κλειστού, «ασφαλούς» πεδίου, όπου τρέφεται από τον κόσμο της αυταπάτης. Αντίθετα, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ δεν αρέσκεται καν στις πρακτικές του αλλά είναι ο ίδιος η προσωποποίηση της επιθυμίας να υπάρξουν νέες μεταρρυθμίσεις. Ο Μοραβαζίν δεν είναι προσωπικότητα (η διαφυγή), όπως ο ήρωας του Σελίν, είναι η ίδια η ενέργεια, η δράση δίχως συνείδηση.

Για τον Μπλεζ Σαντράρ ο πόλεμος αποτέλεσε «επανάσταση του παραλόγου», όπως έγραψε κάποτε ένας σημαντικός σχολιαστής, ενώ για τον Σελίν ο πόλεμος ήταν κορυφαία επικύρωση.

Οι επιδόσεις και των δύο συγγραφέων είναι αναμφισβήτητες. Μα και τα στοιχεία που παρατέθηκαν πιο πάνω είναι αναμφισβήτητα εξίσου. Ο καθένας μπορεί να επιλέξει τον αγαπημένο του συγγραφέα και ώρα του καλή, υπάρχει όμως κάτι ακόμη που δεν μπορώ να μην αναφέρω: στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας η συμφορά οδηγεί σε συγγραφική έξαρση, ο συγγραφέας αρέσκεται στην περιγραφή, γνωρίζοντας όμως πως ένας άνανδρος θα είναι πάντοτε άνανδρος: ένας ημι-άνθρωπος που επιλέγει να κατοικήσει στη «δική του» φυσαλίδα και να αναπαράγει το έπος της αναπαράστασης μίας επίγνωσης που δεν καταφέρνει να φτάσει στην «άκρη της νύχτας», όσο κι αν θέλει να το πιστεύει. Απόδειξη αυτού, το γεγονός πως ο Σελίν υπέκυψε όχι μόνο στον ιδεολογικό ολοκληρωτισμό, μα και στον εκφραστικό ολοκληρωτισμό ο οποίος, όσο τον οδήγησε στη χρήση «μαλλιαρής» γλώσσας, άλλο τόσο τον κατέστησε και δημοσιογραφικό εκφραστή της ανθρώπινης τραγωδίας. Προσωπικά δεν θα διαφωνήσω με την δήλωση του ιδίου πως δεν διέθεται «τίποτα άλλο από ύφος», αυτό εξάλλου υποδηλώνει αυτομάτως και τεράστια περιεκτικότητα νοήματος. Ο Σαντράρ όμως φαίνεται να κατείχε κάτι ακόμη, το ύφος ενός νοήματος, καθώς και το αντίστροφο. Αυτό τον κατέστησε κορυφαίο. Ο Σελίν μπορεί να σηκώσει προς αυτόν τη ματιά του.

Ο Μοραβαζίν μοιάζει ώρες-ώρες ασυνάρτητος και πάσχει από κενά, είναι ένας εξωγήινος που παριστάνει τον άνθρωπο, ή το ανάποδο… παίρνει ακόμα και την θέση του Σαντράρ και γράφει το βιβλίο. Ακόμη και η εκδήλωση του πιο μυστικού και αβάσταχτου πόνου του εκφράζεται μέσω μίας σιωπηλής δράσης, τα οφέλη της οποίας η ανθρωπότητα εξακολουθεί, όμοια με τον Μπαρνταμού να μην έχει κατανοήσει. Το μαρμάρωμα του εγκεφάλου που τρέφει την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένας κόσμος, μονάχα για τον εαυτό του. Το βασικό αίτιο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του δευτέρου, και όλων όσων σήμερα σε πάσης φύσεως επίπεδα συμβαίνουν.

Ο Σαντράρ γράφει προς το τέλος του Μοραβαζίν: «Νεαρέ, στοχάσου την ανία αυτών των τραγικών, ευτράπελων σελίδων. Μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει ποτέ πρόοδος όταν η καρδιά πετρώνει… Το πρόσωπό σου με συγκινεί αλλιώτικα, μούσκεμα στα δάκρυα κι όμως έτοιμο να ξεσπάσει στα γέλια».