ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ - ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ALLEN GINSBERG ΚΑΙ ΤΟ ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

Διάβασα πρώτη φορά το Ουρλιαχτό του Άλλεν Γκίνσμπεργκ από μία μετάφραση της κακιάς ώρας, όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων. Για τη Γενιά των Μπιτ δεν γνώριζα πολλά, μα μέσα στη δίνη των εφηβικών αναζητήσεων και των πρώτων σημαντικών εμπειριών, το ποίημα του Γκίνσμπεργκ ήρθε να ενισχύσει μέσα μου όλη εκείνη τη θαυματουργή αίσθηση της ζωής, που παρότι τη νιώθεις να καίγεται, σαν στέκεσαι στην άκρη μιας προκυμαίας απέναντι στη μαβιά θάλασσα και τους σημαδιακούς γλάρους μιας επαρχίας, νιώθεις εκείνο το μυστηριακό συστατικό της που σε κάνει να θες να ουρλιάξεις για το πόσο ωραίο είναι να είσαι ζωντανός και άνθρωπος ακόμη και μέσα σ’ αυτόν τον ιδιόμορφο ολοκληρωτισμό.
Η αίσθηση αυτή εξακολουθεί να με συνοδεύει και σήμερα που είμαι τριάντα οκτώ χρόνων. Ακόμη και το ύφος του ποιήματος έπαιξε ρόλο σημαντικό στη δική μου γραφή. Στα πρώτα μου βήματα ως ποιητής, η ποίηση του Γκίνσμπεργκ, και ειδικότερα το Ουρλιαχτό ήταν παρών σε οτιδήποτε έγραφα. Στις μέρες μας όμως αυτό το κλασικό πλέον ποίημα δεν μετρά τόσο για την τεχνική και το ύφος του, μα περισσότερο για όλη εκείνη τη δίκαιη και δραματική απεικόνιση των σύγχρονων κοινωνιών μα και του κόσμου του ποιητή. Είναι η γυμνή αλήθεια του ποιήματος που συντείνει για μια υψηλή συνειδητοποίηση αλλά και προκαλεί.
Η ποίηση των Μπιτ εν γένει· ο τρόπος χειρισμού των θεμάτων τους, το ύφος και η γλώσσα τους είχαν τεράστια επίδραση στη νεότερη λογοτεχνία, και μέχρι να εμφανιστεί μια παρομοίως ανανεωτική κίνηση στα λογοτεχνικά πράγματα, θα εξακολουθούν να επιδρούν και να βρίσκονται στη πρώτη γραμμή της ποιητικής δοκιμασίας ως κίνημα.
Την εποχή της αποπομπής μου από τον Ελληνικό Στρατό με τα παράσημα της φρενοβλάβειας, έπεσε στα χέρια μου μία ακόμη μετάφραση του Ουρλιαχτού, αποσπασματική αυτήν τη φορά, δια χειρός Σπύρου Μεϊμάρη. Σύντομα θα συνδεόμουν φιλικά με τον μεταφραστή και θα μάθαινα από πρώτο χέρι για το ποιόν και την καθημερινή στάση του Γκίνσμπεργκ αφού ο Σπύρος τον γνώριζε από τη δεκαετία του '60 και διατηρούσε μαζί του επαφή δι' αλληλογραφίας. Εξέλιξη όλων αυτών ήταν να αρχίσω να αλληλογραφώ κι εγώ με την σειρά μου με τον Γκίνσμπεργκ για περίπου έξι χρόνια και να συνδεθώ φιλικά μαζί του. Τότε ήταν που ξεκίνησα να μεταφράζω το Ουρλιαχτό και ν' ασχολούμαι όλο και πιο εμπεριστατωμένα με τη λογοτεχνία των Μπιτ καθώς και την κληρονομιά που μας έχουν αφήσει.
Εξακολουθώ να πιστεύω πως, εκείνα τα χρόνια, ο Σπύρος Μεϊμάρης ήταν ο μόνος που είχε ασχοληθεί σοβαρά με τη Γενιά των Μπιτ - και τώρα που τον φέρνω στο μυαλό μου νιώθω θλίψη που αντ’ αυτού εκπροσώπησαν τους Μπιτ και τοποθετήθηκαν για το έργο τους κάποια ρεντίκολα της αθηναϊκής «υποκουλτούρας». Μετά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1994, ο Γκίνσμπεργκ εξέφρασε και ο ίδιος την απογοήτευσή του για τη στάση των ανθρώπων που συνάντησε στην Ελλάδα και για το πόσο ανίδεοι ήταν. Ακόμη και σήμερα δεν λείπουν οι τραγικές αστοχίες και τα ανεπανάληπτα λάθη απ' αυτούς που μιλούν και γράφουν για τη Γενιά των Μπιτ. Αλλά ας τ' αφήσουμε αυτά.
Ο Γκίνσμπεργκ, προτού εμφανιστεί στο προσκήνιο των αμερικανικών γραμμάτων, ήταν μέλος εκείνης της αμίμητης παρέας (με τον Τζακ Κέρουακ, τον Λούσιεν Καρ, τον Ουίλλιαμ Μπάρροουζ κι άλλους), η οποία αποτέλεσε τη μήτρα ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που θα σημάδευε για πάντα τη νεότερη αμερικανική και παγκόσμια λογοτεχνία. Νεαρός και απροετοίμαστος ποιητής ακόμη, κυκλοφορούσε ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και την Τάιμς Σκουέαρ διάγοντας μια πολύχρωμη και περιπετειώδη ζωή από την οποία δεν έλειψαν τα ναρκωτικά, η ομοφυλοφιλία, ο τυχοδιωκτισμός αλλά και τα οράματα. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, ο Γκίνσμπεργκ μετακόμισε στην Καλιφόρνια όπου και συγκρότησε μαζί με άλλους πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες (όπως ο Γκάρυ Σνάιντερ, ο Μάικλ ΜακΚλουρ, ο Φίλιπ Λαμαντία, ο Λόρενς Φερλινγκέττι και πολλοί άλλοι), την «Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο». Στη συνέχεια, πρωτοστάτησε στον χώρο της ποίησης ως φυσιογνωμία με τεράστια φήμη και βαρύτητα, για μια ολόκληρη πεντηκονταετία.
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ Γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1926, στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϋ. Πέθανε στις 7 Απριλίου του 1997 στην πόλη της Νέας Υόρκης. Με την έκδοση του Ουρλιαχτού
Βασισμένος κι αυτός, όπως και ολόκληρη η Γενιά των Μπιτ, στα έργα και τις εισηγήσεις των Υπερβατιστών (Έμερσον, Θορώ, Ουίτμαν), κινητοποιήθηκε ώστε να καλύψει όσο το δυνατό πληρέστερα ένα προσδόκιμο πεδίο αναφορών που θα έδιναν εκ νέου εξακριβωμένες απαντήσεις. Μυημένος στη μεταφυσική του πνεύματος, και στην ιερότητα της σπατάλης του ανθρώπινου δράματος, αποτέλεσε -μαζί με τον Χαρτ Κρέην και τον Χάρολντ Νορς- τα πιο λαμπρά παραδείγματα του ουϊτμανικού ιδεώδους.
Η γραφή του πέρασε από διάφορα στάδια επηρεασμών και εξέλιξης. Καταπιάστηκε με τη ρομαντική σημειογραφία, τα επιγράμματα, την αυτόματη γραφή, ακόμη και με το τραγούδι. Τα άσματα και τα προφητικά οράματα του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ έπαιξαν κι αυτά καθοριστικό ρόλο στη γραφή και τη σκέψη του. Ο Γκίνσμπεργκ βίωσε ένα μυστηριακό παραλήρημα με τον σπουδαίο Άγγλο ρομαντικό ποιητή, το οποίο διήρκησε χρόνια. Ο Μπλαίηκ έγινε βαρύς οπλισμός στα χέρια του Γκίνσμπεργκ· προωθητήρας των δικών του σαλπισμάτων.
Ο ανοιχτός, εξομολογητικός λόγος της ποίησης του, προφανέστατα ανασυρμένος από τον Ουίτμαν, είχε έναν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό και ειλικρινή χαρακτήρα, «όταν προσεγγίζεις τη Μούσα να μιλάς με την ίδια ειλικρίνεια που μιλάς στον εαυτό σου ή τους φίλους σου». Να ειπωθεί εκείνο που σκόπιμα αποκρύπτεται ώστε ο ποιητικός λόγος να πιάσει την ουρά του με το στόμα του.
Ο Γκίνσμπεργκ πάντως, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, επέλεξε ν' αλλάξει κατεύθυνση παίζοντας τον ρόλο ενός υπερεθνικού ποιητή διαμαρτυρίας κι αφήνοντας τη μετεξέλιξη της γραφής σε χέρια αλλονών.
(1956) ξεκίνησε την πορεία αναζήτησης ενός νέου οχήματος που θα έφερνε την ποίηση στα μέτρα και στις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, αλλά θα ήταν εξίσου σε θέση να κυοφορήσει τη μετέπειτα εξελιγμένη της συνέχεια.
Αν και κορυφαία φυσιογνωμία της Γενιάς των Μπιτ, έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων, τιμήθηκε με το μετάλλιο του Τάγματος των Ιπποτών για τις Τέχνες και τα Γράμματα από το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού. Δέχθηκε δεκάδες λογοτεχνικά βραβεία, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους μακράς διαρκείας και εξέδωσε δεκάδες ποιητικές συλλογές, ημερολογιακές καταγραφές και δοκίμια. Σήμερα, εκλιπών πια, θεωρείται ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους ποιητές της υφηλίου κι ένας από τους κορυφαίους της αμερικανικής μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.
Το Ουρλιαχτό ήταν ένα ποίημα που άλλαξε τη ροή των αμερικανικών (και όχι μόνο) γραμμάτων, μετακίνησε έστω και ελάχιστα τον κόσμο προς το καλύτερο. Ο Γκίνσμπεργκ χρησιμοποίησε το ψυχολογικό αδιέξοδο και την ιδεολογική ήττα για να μας εισάγει σε μια, ώριμη πλέον, επείγουσα και συνειδητοποιημένη απόπειρα ακύρωσης του στημένου παιχνιδιού, τόσο της ζωής όσο και της ποίησης. Αυτή η παγκοσμιοποιημένη πλέον ήττα είναι που προσδιορίζει δραματικά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο.
Η ποίηση του Ουρλιαχτού είναι χειμαρρώδης - μια οργιώδης έκφραση εκείνου που ο ίδιος ονόμαζε «αδιαχώριστη συνείδηση» της απόλυτης συγχώνευσης του παραλόγου, της φαντασίας, του προφητικού πνεύματος και της σοφίας της καθημερινής εμπειρίας. Είναι κείμενο σαφώς προορισμένο να απαγγέλλεται, ν' ακούγεται, και στις μέρες μας έχει έναν ακόμη σπουδαίο λόγο ύπαρξης: την κραυγή της ανάγκης να μην λησμονηθεί το πνεύμα της ίδιας της ποίησης, τόσο μέσα στον κόσμο της ανόργανης, φασματικής γνώσης, η οποία υποδηλώνεται με το έκτρωμα που ονομάζουμε σήμερα, υπό το καθεστώς υπογαστρικών σκιρτημάτων, «πληροφόρηση» όσο κι εντός του οργανικού σώματος της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας.
Η πρώτη μετάφραση του ποιήματος ξεκίνησε τον χειμώνα του 1994 και ολοκληρώθηκε ύστερα από δύο μεταγραφές, την άνοιξη του 1996. Η γλωσσική προσέγγιση του κειμένου καθορίστηκε σημαντικά από συστάσεις και σημειώσεις του ίδιου, οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της μεταξύ μας αλληλογραφίας. Το κείμενο μεταφράστηκε εξ ολοκλήρου άλλη μία φορά, το φθινόπωρο του 1997, όπου προέκυψαν κάποιες σημαντικές αλλαγές. Το ποίημα εκδόθηκε σε περιορισμένα αντίτυπα το 2001 από τις εκδόσεις "Άκρον". Στη συνέχεια, ξαναείδα το κείμενο από την αρχή και κατέληξα στη μορφή με την οποία κυκλοφορεί σήμερα. Δεν απομένει παρά να αισθανθούμε τις επωφελείς συνέπειες της κυκλοφορίας του.
Σ’ εμάς εναπόκειται η δημιουργική ανάγνωση και η σοβαρή αντιμετώπιση των έργων τόσο σημαντικών δημιουργών. Και οι ποιητές μας, επίσης, να προβούν σε αλλαγές και ειδικεύσεις ώστε να μπορούν να λέγονται ποιητές. Όσο για την καθημερινότητα των πολλών, εκείνη έχει πια κοκαλώσει. Κι ο ποιητής οφείλει στην κοινωνία την εκπαρθένευση.