ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ (Allen Ginsberg) - ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Στον θάνατο, δεν μπορείς να φτάσεις το εγγύτερο


Γνωρίζουμε όλοι για τον θάνατο αυτό

που πάντα θα γνωρίζουμε γιατί

όλοι μας βιώσαμε

το στάδιο πριν την γέννηση.

Η ζωή μοιάζει μ’ ένα πέρασμα μέσα από

δύο πόρτες στο σκοτάδι.

Και οι δυο είναι ίδιες και αληθινά

αιώνιες, και ίσως κάποιος

να πει πως στο σκοτάδι

συναντιόμαστε. Η φύση του χρόνου

διαφωτίζεται απ’ αυτή την

συνάντηση των αιωνίων άκρων.

Είναι εκπληκτικό αν σκεφτείς πως

η σκέψη και η προσωπικότητα

ενός ανθρώπου διαιωνίζεται στον

χρόνο μετά το πέρασμά του

στην αιωνιότητα. Και ο χρόνος ο ένας

είναι όλος ο Χρόνος αν τον κοιτάξεις

μέσα από τον τάφο.



Η σούτρα του ηλιοτρόπιου


Περπάτησα στις πλευρές της αποβάθρας με τις μπανάνες και τα κονσερβοκούτια και κάθισα κάτω απ’ τον πελώριο ίσκιο μιας μηχανής της Σάουθερν Πασίφικ να δω το ηλιοβασίλεμα πάνω απ’ τους λόφους με τα χαμόσπιτα και να κλάψω.

Ο Τζακ Κέρουακ έκατσε δίπλα μου πάνω σ’ έναν σπασμένο σκουριασμένο πάσσαλο, σύντροφος μου, είχαμε τις ίδιες σκέψεις της ψυχής, ταλαίπωροι και μελαγχολικοί με μάτια θλιμμένα, ζωσμένοι απ’ τις ατσάλινες ροζιασμένες ρίζες των δέντρων των μηχανημάτων.

Το λιγδιασμένο νερό του ποταμού καθρέφτιζε τον κόκκινο ουρανό, ήλιος πεσμένος στις τελευταίες κορυφές του Φρίσκο, κανένα ψάρι σ’ αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης

σ’ αυτά τα βουνά, μονάχα εμείς εδώ τσιμπλήδες με πονοκέφαλο από μεθύσι σαν

παλιοί αλήτες στην ακροποταμιά, κουρασμένοι και σαΐνια.

Κοίτα το Ηλιοτρόπιο μου ‘πε, υπήρχε μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη σαν άνθρωπος, καθισμένη ξερή στην κορφή ενός σωρού από αρχαίο πριονίδι-

-Έτρεξα ‘κει μαγεμένος- ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, μνήμες του Μπλαίηκ-

τα οράματά μου- το Χάρλεμ και η κόλαση των ποταμών στα Ανατολικά, γέφυρες που κλαγγάζουν Λιγδιασμένα Σάντουιτς του Τζο, χαλασμένα παιδικά καροτσάκια, μαύρα φαγωμένα λάστιχα αυτοκινήτων ξεχασμένα και σκασμένα, το ποίημα της ακροποταμιάς, καπότες και καθίκια, ατσάλινα μαχαίρια, τίποτα ανοξείδωτο,

μονάχα η λασπερή βρόμα και τα κοφτερά σαν ξυράφι τεχνουργήματα που περνάνε στο παρελθόν- και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, τσακισμένο ταλαίπωρο και σκονισμένο με τη λέρα και την καταχνιά και τον καπνό των γέρικων ατμομηχανών στο μάτι του- στεφάνι με θολά πέταλα τσαλαπατημένο και διαλυμένο σαν στραπατσαρισμένο στέμμα,

σπόρια πεσμένα απ’ το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο- όπου να ‘ναι- στόμα

ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες λησμονημένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένος σκληρός ιστός αράχνης,

φύλλα που προεξέχουν απ’ το κοτσάνι σαν χέρια, χειρονομίες απ’ την όλο πριονίδι ρίζα, σπασμένα κομμάτια σοβά πεσμένα απ’ τα μαύρα του κλωνάρια, μια ψόφια μύγα

στο αφτί του,

Ανίερο στραπατσαρισμένο παλιόπραμα, ηλιοτρόπιό μου Ω ψυχή μου,

σ’ αγάπησα τότε!

Η λέρα δεν ήταν ανθρώπου λέρα, μα θανάτου και ανθρώπινων ατμομηχανών,

όλο τούτο το κάλυμμα της σκόνης, τούτο το πέπλο σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού

δέρματος, η καπνιά στα μάγουλα, τούτο το βλέφαρο μαύρου μαρτυρίου, τούτο

το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή τεχνητό εξόγκωμα χειρότερο κι απ’ τη βρόμα βιομηχανικό- μοντέρνο- όλος τούτος ο πολιτισμός που λερώνει το τρελό χρυσό σου στέμμα-

κι εκείνες οι θολές σκέψεις του θανάτου και τα σκονισμένα μάτια χωρίς αγάπη και

τ' απομεινάρια και οι μαραμένες ρίζες κάτω στον σπιτικό σωρό της άμμου και στο πριονίδι,

τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα κότσια και τα σωθικά του αυτοκινήτου που κλαίει και βήχει, τα άδεια έρημα κονσερβοκούτια με τις

σκουριασμένες τους γλώσσες στερημένες, τι άλλο να κατονομάσω,

τις καπνισμένες στάχτες κάποιου πούρου της ψωλής, τα μουνιά στα καροτσάκια, και τα γαλακτερά στήθια των αυτοκινήτων, φθαρμένοι κώλοι καρεκλών και σφιγκτήρες

των δυναμό-

όλα πλεγμένα μέσα στις μουμιοποιημένες σου ρίζες- κι εσύ στέκεσαι εκεί εμπρός μου στο ηλιοβασίλεμα, κι όλη σου η δόξα στην μορφή σου!

Υπέροχη ομορφιά του ηλιοτροπίου! Τέλεια και εξαίρετη αγαπημένη ύπαρξη του ηλιοτροπίου! Ένα γλυκό φυσικό μάτι στο νέο φευγάτο φεγγάρι, που σηκώθηκε

ζωντανό και συνεπαρμένο αρπάζοντάς με στην σκιά του σούρουπου, την μηνιαία χρυσή αύρα της ανατολής!

Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου, χωρίς να φταίνε εκείνες που ‘σαι ‘συ μες στη βρόμα, ενώ καταριόσουν τους ουρανούς του σιδηρόδρομου και την λουλουδένια ψυχή σου;

Φτωχό νεκρό λουλούδι είσαι; πότε λησμόνησες πως λουλούδι ήσουν; πότε κοίταξες

το πετσί σου κι αποφάσισες πως ήσουν μια ανίκανη βρόμικη παλιά ατμομηχανή;

το φάντασμα της ατμομηχανής; το φάσμα και η σκιά μιας άλλοτε τρελής ισχυρής Αμερικάνικης ατμομηχανής;

Δεν ήσουν ποτέ ατμομηχανή Ηλιοτρόπιο, ήσουν ένα ηλιοτρόπιο!

Μην ξεχνάς τα λόγια μου! Κι εσύ Ατμομηχανή, ήσουνα μια ατμομηχανή!

Κι έτσι άρπαξα τον χοντρό σκελετό του ηλιοτρόπιου και τον κράτησα σφιχτά στο πλευρό μου σαν σκήπτρο, και δίνω το κήρυγμα μου στην ψυχή μου, και στην ψυχή

του Τζακ, και σ’ όποιου άλλου που θα ακούσει, την ψυχή.

-Δεν είμαστε το πετσί μας το βρόμικο, δεν είμαστε η φοβερή ανεμοδαρμένη σκονισμένη αφάνταστη ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας,

ευλογημένα απ’ την ίδια μας τη σπορά και χρυσά μαλλιαρά γυμνά κατορθωμένα σώματα που γίνονται τρελά μαύρα κανονικά ηλιοτρόπια το ηλιοβασίλεμα, που τα κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τον ίσκιο της τρελής ατμομηχανής της ακροποταμιάς στο ηλιοβασίλεμα του Φρίσκο με τους λόφους και τα κονσερβοκούτια, το βράδυ της ρέμβης και της φαντασίας.




Πίσω στην Τάιμς Σκουέαρ ονειροπολώντας

την Τάιμς Σκουέαρ


Αφήστε κάποιον θλιμμένο τρομπετίστα

να σταθεί στους άδειους δρόμους την αυγή

και να φυσήξει ένα ασημένιο ρεφρέν

στα κτίρια της Τάιμς Σκουέαρ,

εις μνήμην δέκα χρόνων, στις 5 το πρωί

με το λεπτό λευκό φεγγάρι μόλις

ορατό

πάνω απ’ τα πράσινα και υπερυψωμένα γραφεία

των Μακ Γκρόου - Χιλλ

ένας μπάτσος περνάει, μα είναι αόρατος

μέσα στη μουσική του

Το ξενοδοχείο Γκλόουμπ, ο Γκάρβερ ξάπλωνε ‘κει

σε γκρίζα κρεβάτια κι έγερνε

και καθάριζε τις βελόνες του-

και εγώ ξάπλωνα ‘κει πολλές νύχτες συμβιβασμένος

με τα παρατημένα ματωμένα του μπαμπάκια

κι ονειρευόμουν τον Μπλαίηκ να μιλάει-

Ήμουν μόνος ,

εδώ και δύο χρόνια ο Γκάρβερ είναι νεκρός στο Μεξικό,

το ξενοδοχείο χάθηκε κι έγινε πάρκιν

κι εγώ είμαι πάλι εδώ- κάθομαι ξανά στους δρόμους-

Οι ταινίες πήραν τη γλώσσα μας

οι μεγάλες κόκκινες επιγραφές

ΔΥΟ ΦΟΒΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Εφηβικός Εφιάλτης

Οι ταραξίες της Σελήνης

Μα ποτέ δεν ήμασταν ταραξίες κι εφιάλτης

αλλά αναζητητές της ξανθής νύξης

για την Αλήθεια.

Μερικοί γέροι είν’ ακόμα ζωντανοί

μα οι παλιοί πρεζάκηδες χάθηκαν -

Είμαστε ένας θρύλος, αόρατοι

μα θρυλικοί, όπως είχε προφητευτεί.



Ο θλιμμένος μου εαυτός


Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα

αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -

τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα

- αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,

τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι

που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων -

Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,

ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα

και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια -

οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,

οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ

πέρα μακριά -

πορείες που διασταυρώνονται σ' ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,

η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι

εκστάσεις μου στο Χάρλεμ -

- ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω

μ' ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα

μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα -

το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

συλλογισμένος,

και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων

τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,

κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,

και σταματώ, θολωμένος

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων

και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,

με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου

πίσω μου

προσμένοντας για μια στιγμή όταν ...

Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω

τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο

... κάθε κίνηση παύει

και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,

η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,

τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,

το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη

κάποιου παραθύρου - το σούρουπο -

όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία -

για καραμέλες - ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα

αμπαζούρ της διανόησης -

Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,

άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο

με δέματα, εφημερίδες,

γραβάτες, όμορφα κοστούμια

σύμφωνα με το γούστο τους

άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια

κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και

ελεγχόμενες κινήσεις -

Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν

τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,

μέσα από λεωφόρους

στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα

των φτωχικών συνοικιών

μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση

αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν

με τόσο πόνο σ’ αυτήν την

εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο

στην γαλήνη

του νεκροκρέβατου ή του βουνού

που κάποτε αντίκρισα

ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα

να έρθει στο μυαλό μου

όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.



Αμερική


Αμερική στα ‘δωσα όλα και τώρα είμαι ένα τίποτα.

Αμερική δύο δολάρια και είκοσι επτά σεντς 17 Ιανουαρίου, του 1956.

Δεν αντέχω μήτε τα λογικά μου.

Αμερική πότε θα πάψουμε τον ανθρώπινο πόλεμο;

Τράβα γαμήσου εσύ και η ατομική σου βόμβα.

Δε νιώθω καλά μη με σκοτίζεις.

Το ποίημα μου δεν θα το γράψω αν δεν έρθω στα συγκαλά μου.

Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;

Τα ρούχα σου πότε θα τα βγάλεις;

Πότε θα αντικρίσεις τον εαυτό σου μέσα απ’ το τάφο;

Πότε θα γίνεις ισάξια του εκατομμυρίου Τροτσκιστών σου;

Αμερική οι βιβλιοθήκες σου γιατί είναι γεμάτες δάκρυα;

Αμερική πότε θα στείλεις τα αυγά σου στην Ινδία;

Τις παράλογες απαιτήσεις σου τις σιχάθηκα.

Πότε μπορώ να μπω στο σούπερ μάρκετ και να ψωνίσω ότι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;

Στο κάτω κάτω Αμερική εγώ κι εσύ είμαστε τέλειοι όχι ο κόσμος που θα ‘ρθει.

Οι μηχανές σου παραείναι για μένα.

Μ’ έκανες να θέλω άγιος να γίνω.

Για να λύσουμε αυτό το ζήτημα θα πρέπει να υπάρχει άλλος τρόπος.

Ο Μπάρροουζ είναι στη Ταγγέρη δεν το βλέπω να επιστρέφει, κακό σημάδι.

Είσαι στ’ αλήθεια απειλή ή κάνεις πλάκα;

Προσπαθώ να μπω στο θέμα.

Αρνούμαι το πάθος μου να παρατήσω.

Αμερική μη με ζορίζεις ξέρω τι κάνω.

Αμερική τα άνθη της δαμασκηνιάς πέφτουν.

Εδώ και μήνες δεν διαβάζω εφημερίδες, κάθε μέρα κάποιος δικάζεται για φόνο.

Αμερική νιώθω συμπάθεια για τους Γουάμπλις.

Αμερική σαν ήμουν μικρός ήμουν κομμουνιστής και δεν μετανιώνω.

Καπνίζω μαριχουάνα σε κάθε ευκαιρία.

Κάθομαι μέρες στο σπίτι μου μονάχος όντας σε αδιέξοδο και κοιτάζω τα ρόδα

Μέσα στη ντουλάπα.

Όταν πηγαίνω στην Τσάιναταουν μεθάω και ποτέ δεν πηδιέμαι.

Το έχω πάρει απόφαση θα ‘χουμε φασαρίες.

Θα ‘πρεπε να μ’ έχεις δει να διαβάζω Μαρξ.

Ο ψυχαναλυτής μου πιστεύει πως έχω απόλυτο δίκιο.

Δεν θα το πω το Πάτερ Ημών.

Έχω μυστικά οράματα και κοσμικές δονήσεις.

Αμερική δεν σου ‘χω πει ακόμα τι έκανες στον Θείο Μαξ σαν ήρθε απ’ τη Ρωσία.

Σε εσένα μιλάω.

Θα αφήσεις το περιοδικό Τάιμ να ελέγχει τα αισθήματα σου;

Έχω μανία με το περιοδικό Τάιμ.

Το διαβάζω κάθε εβδομάδα.

Το εξώφυλλό του με κοιτάζει κάθε φορά που ξεγλιστράω στου ζαχαροπλαστείου τη γωνία.

Το διαβάζω στο υπόγειο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Μπέρκλεϋ.

Πάντοτε μου μιλά για τη υπευθυνότητα. Οι επιχειρηματίες είναι σοβαροί.

Οι παραγωγοί του σινεμά είναι σοβαροί. Όλοι είναι σοβαροί εκτός από μένα.

Μου φαίνεται πως είμαι εγώ η Αμερική.

Μιλάω ξανά στον εαυτό μου.

Η Ασία ξεσηκώνεται εναντίον μου.

Δεν έχω τη ευκαιρία του κινέζου.

Καλύτερα να αναλογιστώ τους εθνικούς μου πόρους.

Οι εθνικοί μου πόροι αποτελούνται από δυο τσιγαριλίκια με μαριχουάνα

εκατομμύρια γεννητικά όργανα μια αδημοσίευτη προσωπική λογοτεχνία

που πετάει σαν τζετ με 1400 μίλια την ώρα και είκοσι επτά χιλιάδες ψυχιατρεία.

Για να μην αναφέρω τις φυλακές μου ή τα εκατομμύρια των αδικημένων που ζουν

μέσα στις γλάστρες μου κάτω απ’ το φως πεντακοσίων ήλιων.

Κατάργησα τα μπορδέλα στη Γαλλία, σειρά τώρα έχει η Ταγγέρη.

Φιλοδοξώ να γίνω Πρόεδρος παρά το γεγονός πως είμαι Καθολικός.

Αμερική πώς να γράψω μια ιερή λιτανεία μες στη βλακεία που σε δέρνει;

Θα συνεχίσω όπως ο Χένρυ Φορντ οι στροφές μου είναι το ίδιο ατομικές όσο

και τα αυτοκίνητά του μα επιπλέον έχουν όλες τους διαφορετικά φύλα.

Αμερική θα σου πουλήσω τις στροφές μου για 2500 δολάρια το κομμάτι

με προκαταβολή δολάρια 500 λόγω των παλιών σου στροφών

Αμερική ελευθέρωσε τον Τομ Μούνευ

Αμερική σώσε τους Ισπανούς Δημοκράτες

Αμερική ο Σάκο και ο Βανζέτι δεν πρέπει να πεθάνουν

Αμερική είμαι τα παιδιά του Σκότσμπορο.

Αμερική σαν ήμουν επτά χρονών η μαμά μ’ έπαιρνε μαζί της σε κομμουνιστικών

οργανώσεων συγκεντρώσεις μας πούλαγαν στραγάλια μια χούφτα το κουπόνι

και το κουπόνι έκανε μια δεκάρα και οι ομιλίες ήταν ανοιχτές όλοι ήταν πράοι

και νοιάζονταν για τους εργάτες όλα ήταν τόσο τίμια δεν μπορείς

να φανταστείς πόσο ωραίο ήταν το κόμμα το 1935 ο Σκοτ Νίαρινγκ ήταν ένας

πελώριος γέροντας ένας πραγματικός κύριος η Μητέρα Μπλουρ το Αιώνιο Θηλυκό των απεργών του Μεταξιού με έκανε να κλαίω κάποτε είδα

Μπροστά στα μάτια μου τον Ίσραελ Άμτερ.

Όλοι τους πρέπει να ήταν κατάσκοποι.

Αμερική δεν θες στ’ αλήθεια πόλεμο.

Αμερική φταίνε ‘κείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.

Οι βρωμο-Ρώσοι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι και οι Κινέζοι. Κι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.

Η Ρωσία θέλει να μας φάει ζωντανούς. Η Ρωσία είναι τρελή υπερδύναμη. Θέλει να

κλέψει απ’ τα γκαράζ μας τα αυτοκίνητα.

Θέλει να κατακτήσει το Σικάγο. Χρειάζεται ένα αριστερό Readers Digest.

Θέλει να πάει τα εργοστάσια που φτιάχνουν αυτοκίνητα στη Σιβηρία.

Οι τρομεροί γραφειοκράτες της να ελέγχουν τα βενζινάδικα μας.

Δεν είναι καλή. Ξου. Αυτή θα μάθει γράμματα στους Ινδιάνους. Χρειάζεται

μεγάλους αραπάδες. Χα. Θα μας βάλει να δουλεύουμε δεκάξι ώρες τη μέρα.

Βοήθεια.

Αμερική τα πράγματα είναι σοβαρά.

Αμερική αυτή την εντύπωση σχηματίζω βλέποντας τηλεόραση.

Αμερική έτσι έχουν τα πράγματα;

Καλύτερα να μιλήσουμε στα ίσια.

Είναι αλήθεια πως δεν θέλω να πάω στο Στρατό ή να δουλεύω τόρνους

σε εργοστάσια εξαρτημάτων ακριβείας, είμαι μυωπικός και ψυχοπαθής

ούτως ή άλλως.

Αμερική βάζω τον ομοφυλόφιλο ώμο μου στον τροχό.




Το παράπονο του αστέγου


Συγγνώμη φιλαράκο, δεν θα ‘θελα να σ’ ενοχλήσω

μα γύρισα από το Βιετνάμ

όπου σκότωσα πολλούς κυρίους Βιετναμέζους

κι επίσης κάμποσες κυρίες

και τον πόνο δεν μπόρεσα ν’ αντέξω

κι από τον φόβο το ‘ριξα στην πρέζα

κι έκανα αποτοξίνωση κι έχω ξεμπλέξει τώρα

μα δεν έχω που να κοιμηθώ

και δεν ξέρω τώρα τι να κάνω

Συγχώρα με φιλαράκο, δεν θα ‘θελα να σ’ ενοχλήσω

μα στο σοκάκι κάνει παγωνιά

και μ’ έχει φάει η μοναξιά

κι έχω ξεμπλέξει με την πρέζα,

μα ζωή μου είναι χάλια

Τρίτης Λεωφόρος

και οδός Ε. Χιούστον

στη νησίδα της γωνίας κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι

σκουπίζω το παρμπρίζ σου μ’ ένα βρόμικο πανί.




Γραμμένο για τον θάνατο


Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη

της αληθινής του ύπαρξης

σ’ όποιον λησμόνησε πως

το Ον είναι το μοναδικό

πράγμα που αναφωνεί

όλο το σύμπαν.

Μόνο η επιστροφή της σκέψης

στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.

Μόνο η επιστροφή της δράσης

στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.

Πρόσεξε τι λέω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: