ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ - ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΕΖ ΣΑΝΤΡΑΡ (Blaise Cendrars) ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ













Ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν Ελβετικής καταγωγής γαλλόφωνος ποιητής και συγγραφέας, ο οποίος πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του ταξιδεύοντας ακατάπαυστα. Οι βιογράφοι και οι μελετητές του πέρα από τα τόσα χαρίσματα της γραφής του βρέθηκαν αντιμέτωποι με την δυσκολία να διαχωρίσουν την πραγματικότητα από την μυθοπλασία στα, πεζά κυρίως, έργα του, τα οποία παρεμπιπτόντως έχουν μεταφραστεί σε παραπάνω από είκοσι γλώσσες. Ο Σαντράρ γεννήθηκε το 1887 στην κωμόπολη Σο Ντε Φον από Ελβετό πατέρα και Σκωτσέζα μητέρα. Πήγε σχολείο στο Ναφσατέλ και αργότερα στη Βασιλεία και τη Βέρνη. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών το έσκασε από το σπίτι – σύμφωνα με μία μαρτυρία έφυγε από το πατρικό σπίτι μα υπάρχουν φήμες που λένε πως οι γονείς του έπαψαν τον μικρό Μπλεζ από το σχολείο. Ο Σαντράρ εργάστηκε στη Ρωσία σαν μαθητευόμενος ωρολογοποιός και έζησε τα γεγονότα της Επανάστασης του 1905. Το 1907 εισήχθη στο πανεπιστήμιο της Βέρνης μα σύντομα τα παράτησε και το 1910 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα.

Στη διάρκεια της ζωής του ο Μπλεζ Σαντράρ έκανε αμέτρητες δουλειές, εργάστηκε σαν κινηματογραφιστής, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης, επιχειρηματίας, βοτανοπώλης, εργάτης, αγρότης κ. ά. Σε νεαρή ηλικία ο Σαντράρ, καθώς καταχωρήθηκε στον Παγκόσμιο Οδηγό Συγγραφέων 1900-1950, ταξίδεψε σε χώρες όπως η Κίνα, η Μογγολία, η Σιβηρία, η Περσία, στον Καύκασο και τη Ρωσία, και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τον Καναδά, τη Νότιος Αμερική, και την Αφρική.

«Ο Σαντράρ μου δίδαξε ότι πρέπει να ζεις την ποίηση, πριν ξεκινήσεις να γράφεις» είχε τονίσει ο Φιλίπ Σουπώ. Ο Σαντράρ ήταν άνθρωπος της δράσης, απόφευγε την καθιερωμένη λογοτεχνική αίσθηση στα γραπτά του, ήταν άνθρωπος στοχαστικός και αθεράπευτα παθιασμένος με την ανάγκη εξωτικών εμπειριών. Μαζί με τον Απολλινέρ, τον οποίο επηρέασε καθοριστικά, ανήκε στους πλέον προωθημένους από τους πρωτοποριακούς γάλλους ποιητές πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Πρόζα του Υπερσιβηρικού και της Μικρής Ιωάννας της Γαλλίας (1913), ένας συγκερασμός ταξιδιωτικής αφήγησης και θρήνου, τυπώθηκε σε δίμετρες σελίδες έχοντας στα πλάγια αφηρημένες ζωγραφιές της Σόνια Ντελονέ. Ο Παναμάς και οι Περιπέτειες των Επτά μου Θείων (1918) τυπώθηκε σε μορφή πτυσσόμενου πίνακα δρομολογίων τσέπης.

Μετά το 1914 Ο Σαντράρ καταπιάστηκε με τη βιομηχανία του σινεμά στην Ιταλία, τη Γαλλία και τις Η.Π.Α. Το 1924 στο Παρίσι γνωρίστηκε με τους αμερικανούς πεζογράφους Τζον Ντος Πάσσος και Έρνεστ Χέμινγουεη. Δέκα χρόνια αργότερα όμως θα γινόταν στενός φίλος του Χένρυ Μίλλερ με τον οποίο διατήρησε πολύχρονη αλληλογραφία η οποία μάλιστα κυκλοφόρησε το 1995 σε μορφή βιβλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα διαπιστώθηκε για πρώτη φορά ο «ποιητικός κυβισμός», ένα πρωτοποριακό ρεύμα που έκανε την εμφάνισή του σε ορισμένους avant-guard ποιητές, από τους οποίους και εξελίχθηκε (όπως για παράδειγμα ο Ρεβερντύ), όρος όμως που δεν αξιοποιούσε ικανοποιητικά την τεχνική του Σαντράρ και υστερούσε κατ’ ουσία στην απόδοση της μοναδικής γλωσσικής του πρωτοτυπίας. Ο ίδιος ο Σαντράρ ως γνωστόν δεν ταυτοποιήθηκε με κανένα λογοτεχνικό ρεύμα, αδιαφόρησε παντελώς για τις διαμάχες των χαρακτηρισμών και των αποχαρακτηρισμών των ποιητικών ιδιωμάτων της εποχής του. Κινήθηκε στον επισφαλή ορίζοντα των αγνώστων υδάτων της δημιουργίας παράγοντας ένα δύσκολα προσδιορίσημο μα αξεπέραστο έργο, το οποίο ο Χένρυ Μίλλερ προσδιόρισε ως «μία λαμπρή ποιητική μάζα αφιερωμένη στο αρχιπέλαγος της αϋπνίας».

Ο Σαντράρ έπαψε να εκδίδει ποίηση μετά το 1925. Αφοσιώθηκε μανιωδώς στη γραφή δίχως άμεσο στόχο την δημοσίευση. Ένα από τα πεζά του, Ο Χρυσός, γυρίστηκε ταινία στο Χόλλυγουντ (1936), μα γενικότερα τα έργα του παρέμειναν για χρόνια ανέκδοτα και ο ίδιος ανέκαθεν ασχολίαστος και παραγκωνισμένος από τους κριτικούς· φυσικό επακόλουθο αφού ο ίδιος απεχθανόταν τους λογοτεχνικούς κύκλους και ζούσε τη ζωή του μακριά από τους υπολοίπους.

Ο Μπλεζ Σαντράρ είχε υπερβεί αναπάντεχα τον καθιερωμένο ρόλο του ποιητή, δεν δίστασε να κρατήσει ορισμένα από τα ποιήματά του κλεισμένα για χρόνια σε ένα μπαούλο δίχως την παραμικρή αγωνία για την τύχη τους, για να δει ποιον δρόμο θα ακολουθούσε η ποίηση της εποχής του χωρίς την παρουσία των δικών του κειμένων. Η αδιαφορία για το πολυσχιδές και μοναδικό έργο του Σαντράρ, μοιάζει απαύγασμα μιας ευρύτερης παραδοξότητας και ημιμάθειας. Αν ο Ρεμπό υπήρξε θεμελιωτής και στυλοβάτης του πνεύματος της νεότερης ποίησης, ο Σαντράρ ήταν ο οικοδόμος της ανέγερσής της.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ξεκίνησε να εκδίδει τα απομνημονεύματά του που ήταν ένας συνδυασμός ταξιδιωτικών εμπνεύσεων και ζωηρών επεισοδίων της ζωής του. Το 1961, πολύ καθυστερημένα, ο Σαντράρ έλαβε το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας για την Λογοτεχνία. Ο μεγαλύτερος ποιητής της Γαλλίας κι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, θα πέθαινε τελικά μόλις λίγες μέρες μετά την βράβευσή του στις 21 Ιανουαρίου του 1961 στο Παρίσι.




ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(μετάφραση : Ναυσικά Αθανασίου, Γιάννης Λειβαδάς)


Αντιθέσεις


Τα παράθυρα της ποίησης μου είναι ορθάνοιχτα στα βουλεβάρτα

και τις βιτρίνες τους.

Λάμπουν

Του φωτός πολύτιμα πετράδια.

Άκου τα βιολιά της λιμουζίνας και τα ξυλόφωνα των λινοτυπικών.

Ο επιγραφοποιός σκουπίζεται με την πετσέτα του ουρανού.

Κάθε τι είναι χρώματος κηλίδες

Και τα καπέλα των γυναικών που περνούν είναι κομήτες στη φλόγα της εσπέρας

Ενότητα.

Δεν υπάρχει πια ενότητα.

Όλα τα ρολόγια δείχνουν τώρα μεσάνυχτα αφού τα γύρισαν πίσω δέκα λεπτά.

Δεν υπάρχει πια χρόνος.

Δεν υπάρχει πια χρήμα.

Στη βουλή σπαταλούν τα θαυμάσια στοιχεία των πρώτων υλών.

Στο μπαρ

Οι εργάτες με μπλε φόρμες εργασίας πίνουν κόκκινο κρασί

Κάθε Σάββατο το παιχνίδι με τα νούμερα

Παίζεις

Στοιχηματίζεις

Από καιρό σε καιρό περνάει ένας γκάνγκστερ με αυτοκίνητο

Ή ένα παιδί παίζει με την Αψίδα του Θριάμβου…

Συμβουλεύω τον κ. Χοίρο να στεγάσει τους αστέγους του στον πύργο του Άιφελ.

Σήμερα

Κάτω από νέα διοίκηση

Το Άγιο Πνεύμα πωλείται σε μικρές ποσότητες στα μικρομάγαζα.

Διαβάζω με αγαλλίαση τα ρολά των βαμβακερών υφασμάτων

Σειρές από κάλες κρίνα

Δεν είναι παρά οι ελαφρόπετρες της Σορβόννης που δεν άνθισαν ποτέ

Από την άλλη η επιγραφή του Σαμαριτέν οργώνει τον Σηκουάνα

Και στην πλευρά του Αγίου Σεβερίνου

ακούω

τα επίμονα καμπανάκια των τραμ.

Βρέχει ηλεκτρικούς λαμπτήρες

Μονρούζ Γκαρ ντε λε Μετρό Νορ-Συντ Σηκουάνας άνθρωποι στα λεωφορεία

Ένα τεράστιο φωτοστέφανο

Βάθος

στην οδό Μπουσύ διαλαλούν την LIntransigeant και την Paris-Sport

To αεροδρόμιο του ουρανού τώρα φλέγεται, ένας πίνακας του Τσιμαμπούε

Και μπροστά

Οι άνθρωποι είναι

Ψηλοί

Σκοτεινοί

Και καπνίζουν, φουγάρα εργοστασίων



Γιατί


Το πουλί κελαηδάει

Το κοιτάζουν οι πίθηκοι

Μαεστρία

Χαμογελώ σαν γράφω

Ό,τι κι αν μου συμβαίνει είναι για μένα το ίδιο

Κι ό,τι κι αν κάνω είναι ζήτημα απόλυτης αδιαφορίας

Τα μάτια μου ακολουθούν κάποιον που δεν βρίσκεται εδώ πέρα

Γράφω με την πλάτη στον προορισμό μου γυρισμένη

Ήλιος μέσα στην ομίχλη

Επιτάχυνση

Επιβράδυνση

Ναι



Γραφή


Η γραφομηχανή μου χτυπάει ρυθμικά

Κουδουνίζει στο τέλος κάθε στίχου

Τα πλήκτρα τυπώνουν τα ρ τους

Μια στο τόσο γέρνω πίσω στην ψάθινη καρέκλα μου και βγάζω ένα μεγάλο

Πυκνό σύννεφο καπνού

Το τσιγάρο μου είναι πάντοτε αναμμένο

Ακούω τότε τον ήχο των κυμάτων

Το γάργαρο νερό πνιγμένο στους σωλήνες κάτω από το νιπτήρα

Σηκώνομαι και βουτώ το χέρι μου σε κρύο νερό

Ή βάζω λίγη κολόνια

Έχω σκεπάσει τον καθρέφτη της ντουλάπας για να μη βλέπω τον εαυτό μου να γράφει

Ο φεγγίτης είναι ένας ηλιακός δίσκος

Σαν σκέφτομαι

Δονείται όπως το δέρμα ενός τύμπανου και μιλάει δυνατά.


(Σημ. Το υλικό της παρουσίασης αποτελεί μέρος της, υπό έκδοση, ποιητικής συλλογής του Blaise Cendrars με εισαγωγή και μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά και της Ναυσικάς Αθανασίου.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: