ΝΤΕΝΙΣ ΛΕΒΕΡΤΟΦ (Denise Levertov) - ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ


Ερωτικό ποίημα

Ίσως να είμαι ένα «κομμάτι άρρωστο ενός

αρρώστου πράγματος»

ίσως κάτι να

μ’ έχει κυριεύσει

σίγουρα υπάρχει

ανάμεσά μας μια ομίχλη

σε διακρίνω

με το ζόρι

αλλά τα χέρια σου

είναι δυο ζώα που ανοίγουν δρόμο

στην ομίχλη και με ακουμπούν.


Τα νέα


Και ανατολικά της Βοστόνης, όπως σε

κάθε αγρό, που λιώνει το χιόνι

ευθύς για να φανεί το μαύρο

χώμα και οι δειλές

άκρες της χλόης, κοντεύει

άνοιξη. Στις βιτρίνες

των ζαχαροπλαστείων έχουν φτιάξει

σχοινάκια: με λευκή κρέμα για σχοινί και

πρασινοκόκκινα χερούλια γκλασαρισμένα.


Ο περιπλανώμενος


Ο χαμαιλέοντας που είχε καημό

μην υποφέρει από τη νοσταλγία


τώρα πάνω σε μία διάφανη γυάλινη επιφάνεια

τρέμει από φόβο, και προσεύχεται για ένα όραμα

με καστανή φλούδα και τρεμάμενο φύλλωμα.


Μεσονυχτίων τετράστιχα


Μ’ αρέσει να βλέπω στο χρυσό φως του σπίρτου

απόκρυφες πτυχές ενός προσώπου

σαν κάτι αθώο που ανακάλυψες

στο σκονισμένο χρονικό της ντροπής.

Πιασμένη μια στιγμή μαγείας και αγάπης

Σ’ έναν μικρόκοσμο πάθους ξαφνικού

γνωρίζω αυτή τη νέα γεωγραφία -

μια έρημο που ποτέ δεν θα μπορούσα να δαμάσω.

Την βροχή ακούγοντας να πέφτει στη γωνία

ενός ονείρου νιώθουμε την πραγματικότητα,

και γνωρίζουμε το σπίρτο πριν σβήσει

την εφήμερη αιωνιότητα.



Σεπτέμβρης του 1961


Είναι η χρονιά που οι παλαιοί

οι σπουδαίοι παλαιοί

μας αφήνουν μονάχους στον δρόμο.

Ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα.

Στις τσέπες μας έχουμε τις λέξεις,

δυσνόητες οδηγίες. Οι παλαιοί

αποστέρησαν το φως της παρουσίας τους,

το βλέπουμε να χάνεται πάνω στη μια πλαγιά

του λόφου.

Αυτοί δεν πεθαίνουν,

απλώς αποσύρονται

σε μια οδυνηρή ερημιά

μαθαίνοντας να ζουν δίχως τις λέξεις.

Ο Ε. Π. «Μοιάζει με θάνατο» -ο Ουίλλιαμς: «Δεν μπορώ

να σας περιγράψω αυτό

που μου συμβαίνει»-

Η Χ. Ν. «Ανήμπορη να μιλήσω».

Το σκοτάδι

στροβιλίζεται στον άνεμο, τα αστέρια

είναι μικρά, ο ορίζοντας

κυκλωμένος απ’ τη θαμπή πάχνη της πόλης.

Μας είπαν

ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα,

και έδωσαν

τη γλώσσα στα χέρια μας.

Εμείς ακούμε

τα βήματά μας κάθε φορά που κάποιο φορτηγό

μας τυφλώνει περνώντας και χάνεται

αφήνοντάς μας σιωπή καινούργια.

Δεν μπορείς να φτάσεις

στη θάλασσα απ’ αυτόν τον ατέλειωτο

δρόμο προς τη θάλασσα εκτός κι αν

τελικά στρίψεις, πιθανόν,

και ακολουθήσεις

την κουκουβάγια που σιωπηλά από πάνω του αιωρείται

πλαγίως, εμπρός και πίσω

και μακριά σε βαθιά δάση.

Αλλά για μας ο δρόμος

ξεδιπλώνεται μονάχος, μετράμε τις

λέξεις μες στις τσέπες μας, αναρωτιόμαστε

πως θα ‘ναι δίχως αυτές, δεν

σταματάμε να περπατάμε, γνωρίζουμε

πως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, άλλοτε πάλι

νομίζουμε πως ο άνεμος της νύχτας φέρνει

μια μυρωδιά από θάλασσα…



Κυριακή απόγευμα


Μετά απ’ την Πρώτη Κοινωνία

και το γεύμα με τα μάνγκο και

τη γαμήλια τούρτα, οι νεαρές κόρες

του εμπόρου του καφέ ξαπλώνουν

για ύπνο μεγάλο μεσημεριανό, και τα λευκά τους φορέματα

ξαπλώνουν δίπλα τους ήσυχα

και τα λευκά πέπλα στα όνειρα τους

αιωρήθηκαν ενώ οι μύγες βούιζαν.

Όμως σαν έγειρε

καμένο το απόγευμα σηκώθηκαν

κι έτρεξαν γύρω στη γειτονιά

ανάμεσα στις μισόκτιστες βίλες

ζωντανές, ολοζώντανες, κλοτσώντας μια μπάλα του μπάσκετ, φορώντας

άλλα νέα φορέματα, ματοκόκκινα βελούδα.


Entr’ acte

ii.

Μια μύγα που μου φάνηκε νεκρή

ανάσκελα πάνω στο περβάζι,

ξερή, μαραζωμένη,

αργά σείεται.

Ναι, αυτό που θα μπορούσε να ‘ταν το δεξί της χέρι

ονειρωδώς κινείται –πάνω-κάτω-πάνω ξανά

δύο, τρεις φορές.

Φαίνεται πως

οι μύγες σαν πεθαίνουν ονειρεύονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: