ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ (Ezra Pound) - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Χιου Σέλγουιν Μόμπερλυ

ΙΙ.

Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα

Του εσπευσμένου μορφασμού της,

Κάτι για τη σύγχρονη σκηνή,

Εν πάση περιπτώσει, όχι μια χάρη Αττική·

Όχι βεβαίως, όχι, τους ασαφείς ρεμβασμούς

Της ενδοσκόπησης·

Καλύτερα ψευτιές

Παρά κλασικούς σε παράφραση!

Η «εποχή απαιτούσε» προ παντός γύψινο εκμαγείο,

Φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου,

Μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, σίγουρα όχι, αλάβαστρο

Ή το «σμίλευμα» της ρίμας.



Canto XLIX


Για τις επτά λίμνες κι από κανέναν άνθρωπο

ετούτοι οι στίχοι:

Βροχή, κενό ποτάμι, ένα ταξίδι,

φωτιά από παγωμένο σύννεφο, βαριά βροχή το σούρουπο,

κάτω απ’ τη στέγη της καλύβας ήταν ένα φανάρι.

Βαριά είναι τα καλάμια, λυγισμένα,

Και τα μπαμπού μιλάνε σαν να κλαίνε.

Φθινοπωρινό φεγγάρι, φαίνονται λόφοι γύρω από τις λίμνες

κατά το ηλιοβασίλεμα.

Το δειλινό μοιάζει κουρτίνα από σύννεφο, μία θαμπάδα

πάνω από του νερού τις ρυτίδες, και μέσα της

μακριά κοφτά βλαστάρια της κανέλλας,

ένα ψυχρό τραγούδι στα καλάμια.

Πίσω απ’ τον λόφο του μοναχού η καμπάνα ηχεί στον άνεμο.

Τον Απρίλη πέρασαν από ‘δω καράβια,

ίσως γυρίσουν τον Οκτώβρη.

Αργά, μια βάρκα σβήνει μες στο ασήμι,

λαμπρό ηλιόφως μονάχο στο ποτάμι.

Εκεί που η οινόχρωμη ίριδα συναντά το ηλιόγερμα

σκόρπιες καμινάδες καπνίζουν στο διαγώνιο φως.

Χιόνι γοργό έρχεται τότε στο ποτάμι

και κόσμο ολάκερο σκεπάζει ο νεφρίτης.

Βάρκα μικρή που πλέει σαν φανάρι,

το νερό παγώνει σαν κυλάει.

Και στο Σαν Γιν οι άνθρωποι είναι ράθυμοι.

Αγριόχηνες κατεβαίνουν στο αμμόφραγμα,

σύννεφα μαζεύονται γύρω από του παράθυρου την τρύπα.

Άνοιγμα του ποταμού, σμήνη χηνών μες στο φθινόπωρο.

Κοράκια πλαταγίζουν πάνω απ’ τα πυροφάνια,

ένα φως απλώνεται στον βορινό ορίζοντα

όπου τ’ αγόρια ψάχνουν για γαρίδες μες στα βότσαλα.

Το χίλια επτακόσια ήρθαν οι Τσινγκ στων λόφων τις λίμνες.

Ένα φως σκορπίζεται στου νότου τον ορίζοντα.

Για να πλουτίσει η πολιτεία θα ‘πρεπε να χρωστάει;

Αυτό είναι ατιμία – είναι ο Γηρυόνης.

Ετούτο το κανάλι φτάνει ακόμη στο Τενσί

Παρόλο που ο γεροβασιλιάς το ‘χτισε για ευχαρίστηση.

ΚΕΙ ΜΕΝ ΡΑΝ ΚΕΙ

ΚΙΟΥ ΜΑΝ ΜΑΝ ΚΕΙ

ΤΖΙΤΣΟΥ ΓΚΕΤΣΟΥ ΚΟ ΚΟΥΑ

ΤΑΝ ΦΟΥΚΟΥ ΤΑΝ ΚΑΙ

Σαν βγει ο ήλιος, δούλεψε

σαν δύσει, ξεκουράσου

σκάβε καλά και πίνε ύδωρ

τον αγρό να σκάβεις, τον καρπό να τρως,

βασιλική εξουσία είναι; και τι είναι για ΄μας;

Η τέταρτη, της γαλήνης η διάσταση.

Και η εξουσία πάνω στ’ άγρια ζώα.