ΦΡΑΝΚ Ο' ΧΑΡΑ (Frank O' Hara) - ΟΚΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Βήματα


Πόσο αστεία είναι σήμερα η Νέα Υόρκη

σαν την Τζίντζερ Ρότζερς στο Σουίνγκταϊμ

και το καμπαναριό του Σεντ Μπρίτζετ που γέρνει λίγο αριστερά

μόλις σηκώθηκα απ' ένα κρεβάτι χορτασμένος από μέρες της Νίκης

(είχα βαρεθεί τις μέρες της Απόβασης) κι εσύ ακόμα γαλανή

με δέχεσαι ανόητο κι ελεύθερο

το μόνο που θέλω είναι ένα δωμάτιο εκεί ψηλά

κι εσένα μέσα,

ακόμα και το στοπ της κυκλοφορίας τις ώρες αιχμής

είναι ένας τρόπος για να τρίβονται μεταξύ τους οι άνθρωποι

κι όταν τα χειρουργικά τους όργανα αγκαλιαστούν

να μείνουν έτσι

για την υπόλοιπη ημέρα (τι μέρα).

Πάω να ελέγξω ένα σλάιντ και λέω

αυτός ο πίνακας δεν είναι τόσο γαλάζιος.

Που είναι η Λάνα Τέρνερ

βγήκε για φαγητό

και η Γκάρμπο είναι στα παρασκήνια του Μετροπόλιταν,

όλοι βγάζουν τα παλτά τους

κι έτσι μπορούν να δείξουν ένα θώρακα στους θωρακοθεατές

και το πάρκο είναι γεμάτο χορευτές με τα κολάν και τα παπούτσια τους

μέσα σε μικρές τσάντες

που συχνά τους περνούν για εξωτερικούς εργάτες

του τμήματος Υ στο Γουέστ Σάιντ

γιατί όχι

η ομάδα Πάιρετς του Πίτσμπουργκ ξεφωνίζει γιατί νίκησε

και κατά κάποιο τρόπο νικάμε όλοι

Είμαστε ζωντανοί

το διαμέρισμα άδειασε απ’ το χαρούμενο ζευγάρι

που πήγε για πλάκα στην εξοχή

έφυγαν μια μέρα νωρίτερα,

ακόμα και τα μαχαιρώματα κάνουν καλό στην πληθυσμιακή έκρηξη

αν και σε λάθος χώρα,

κι όλοι εκείνοι οι ψεύτες έφυγαν από τον ΟΗΕ,

το κτίριο Σίγκραμ δεν είναι πλέον πόλος έλξης,

όχι πως χρειαζόμαστε ένα ποτό (απλά μας αρέσει)

και η μικρή κούτα είναι έξω στο πεζοδρόμιο

δίπλα στο μπακάλικο

κι έτσι ο γέρος μπορεί να καθίσει να πιει τη μπύρα του

κι αργότερα η γυναίκα του θα τον πετάξει έξω απ’ το σπίτι

καθώς ο ήλιος θα λάμπει ακόμα

ω θεέ είναι υπέροχο

να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι

και να πίνω τόσο πολύ καφέ

και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα

και να σ’ αγαπώ τόσο πολύ.



Γιατί δεν είμαι ζωγράφος


Δεν είμαι ζωγράφος, είμαι ποιητής.

Γιατί; Πιστεύω πως θα’ ταν προτιμότερο

να ήμουν ζωγράφος, μα δεν είμαι. Λοιπόν,

για παράδειγμα, ο Μάικ Γκόλντμπεργκ

ξεκινάει έναν πίνακα. Τον επισκέπτομαι.

«Κάτσε και πιες ένα ποτό» μου

λέει. Πίνω· πίνουμε. Σηκώνω το

κεφάλι. «Έβαλες στον πίνακα σαρδέλες».

«Ναι, χρειάστηκε να φτιάξω εκεί μέσα».

«Ω». Φεύγω και περνούν οι μέρες

και ξανά πηγαίνω. Ο πίνακας συνεχίζεται,

και φεύγω, και περνούν οι μέρες.

Πηγαίνω. Ο πίνακας ολοκληρώθηκε.

«Πού είναι οι ΣΑΡΔΕΛΕΣ

Το μόνο που είχε απομείνει ήταν

γράμματα, «Παραήταν,» λέει ο Μάικ.

Εγώ όμως; Τη μία μέρα σκέφτομαι

το χρώμα: πορτοκαλί. Γράφω μια αράδα

για το πορτοκαλί. Πολύ σύντομα γεμίζει

μια ολόκληρη σελίδα με λέξεις, όχι αράδες.

Ύστερα κι άλλη σελίδα. Έπρεπε να υπάρχουν

πολλές περισσότερες, όχι για το πορτοκαλί, για

τις ίδιες τις λέξεις, για το πόσο απαίσιο είναι το πορτοκαλί

και η ζωή. Οι μέρες περνούν. Γράφω ακόμη

και σε πρόζα, είμαι πραγματικός ποιητής. Το ποίημά μου

ολοκληρώθηκε κι ακόμη το πορτοκαλί

δεν το ‘χω αναφέρει. Είναι δώδεκα ποιήματα, τα

ονομάζω Πορτοκαλί. Και μια μέρα σε μία γκαλερί

βλέπω τον πίνακα του Μάικ, με τον τίτλο ΣΑΡΔΕΛΕΣ.



Ποίημα


Τη νύχτα Κινέζοι πηδούν

με γδούπο πάνω στην Ασία

ενώ εμείς παίζουμε

με πείσμα, στα κρυφά,

στοργικά παιχνίδια και μελανιάζουμε

τα γόνατα μας σαν κινέζικα παπούτσια.

Τα πουλιά σπρώχνουν τα μήλα μες

στη χλόη γίνεται μπλε το φεγγάρι,

αυτά τα μήλα κυλούν κάτω

απ’ τους κώλους μας σαν χερσοτόπι

γεμάτο κινέζικες τσίχλες

που ξεπετάχτηκαν από τους θάμνους της Κίνας

τη νύχτα σαν αγαπάμε

πουλιά κρυμμένα τραγουδούν,

ηχούν κινέζικοι ρυθμοί

μέσα μας στον οργασμό μας,

τα πουλιά και τα μήλα

μας συγκινούν σαν ανόητες λέξεις,

ζευγαρώνουμε μέσα στη χάρη

αυτού του αινιγματικού γένους.



Ραδιόφωνο


Γιατί παίζεις τόσο ανιαρή μουσική

απόγευμα Σαββάτου, όταν κουρασμένος

του θανατά ζητάω λίγη υπενθύμιση

ενέργειας αθάνατης;

Όλη την

εβδομάδα ενώ σέρνομαι κουρασμένος

από γραφείο σε γραφείο μέσα στο μουσείο

ξεχύνεις τα θαύματα του Γκριγκ

και του Χόνεγκερ σε σακάτηδες;

Δεν είμαι

κι εγώ σακάτης, και ύστερα από μια εβδομάδα

εργασίας δεν μου αξίζει ένας Προκόφιεφ;

Ας είναι, αποβλέπω στον ωραίο μου πίνακα

του ντε Κούνινγκ. Νομίζω πως έχει ένα πορτοκαλί

κρεβάτι, κάτι παραπάνω απ’ ότι το αυτί μπορεί να κρατήσει.



Μουσική


Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν

σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ

εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ

και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.

Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.

Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω !

και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ' τις στέρνες με τα φύλλα

σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει

να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ' τα φύλλα του κόσμου,

πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.

Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή

της ταλαιπωρίας και της διαύγειας

και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου

χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.

Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα

του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.

Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ

θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,

για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων !

Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή

και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.



Χθες κάτω στο κανάλι


Λες πως όλα είναι πολύ απλά κι ενδιαφέροντα

και με κάνεις να συλλογίζομαι τόσο,

λες και διαβάζω ένα σπουδαίο

Ρώσικο μυθιστόρημα.

Βαριέμαι αφάνταστα

κάποιες φορές σαν να' χω δει μια κακή ταινία

κι άλλες μέρες, συχνότερα, σαν να' χω στο νεφρό βαριά αρρώστια

ένας θεός ξέρει πως σχέση με την καρδιά δεν έχει

σχέση δεν έχει με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους από μένα

χε χε

αυτή η σκέψη έχει πλάκα

πως γίνεται όλοι να είναι πιο εύθυμοι από κάποιον

πως γίνεται όλοι να μην είναι

γίνεται να δανειστώ το σαρανταπεντάρι σου

μια σφαίρα χρειάζομαι μονάχα κατά προτίμηση ασημένια

αν δεν μπορείς να είσαι ενδιαφέρων μπορείς τουλάχιστον να γίνεις θρύλος

(μα τις σιχαίνομαι αυτές τις μαλακίες)



Νάφθα


Αχ ο Ζαν Ντιμπουφέ

όταν τον σκεφτείς

να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στον Πύργο του Άιφελ

σαν μετεωρολόγος

το 1922

καταλαβαίνεις πόσο υπέροχος ο 20ος αιώνας

μπορεί να είναι

και τους Ιροκουάι με τις γκέτες πάνω στους μεταλλικούς σκελετούς

των κτιρίων σκληροί και απτόητοι με πόδια γυμνά

καθώς χρειαζόταν να ‘ναι

ελαφρώς άμυαλοι

όπως ένας πίνακας της Σόνιας Ντελονέ

υπάρχει μια παραβολή ταχύτητας

κάπου πίσω από τα μάτια των Ινδιάνων

που επινόησαν τον αιώνα με τα άλογά τους

και τις ευπαθείς τους πλάτες

που είναι σκούρες

χρωστάμε πολλά στους Ιροκουάι

και στον Ντιούκ Έλλινγκτον

που παίζει μέσα στα κτίρια όταν είναι κτισμένα

εμείς δεν κάνουμε και τίποτα

πέρα απ’ το να γαμάμε και να σκεφτόμαστε

το βασανιστικό Μετρό

κι αυτόν που εκεί δεν φάνηκε

καθώς προσμέναμε να γίνουμε κομμάτι του αιώνα μας

όπως δεν γίνεται να φτιάξεις ένα καπέλο από ατσάλι

κι εν τούτοις να το φορέσεις

μα ποιος φοράει καπέλο εν πάση περιπτώσει

είναι συνήθεια της φυλής μας

η απάτη

πώς νιώθεις τον αρχαίο Σεπτέμβρη

νιώθω σαν φορτηγό σε μια εθνική οδό βρεγμένη

μα πώς μπορείς

φτιάχτηκες κατ’ εικόνα του θεού

εγώ όχι

φτιάχτηκα κατ’ εικόνα ενός ομοφυλόφιλου φορτηγατζή

και ο Ζαν Ντιμπουφέ ζωγραφίζει τις αγελάδες του

«με μια όψη που έχει ξεσπάσει μες στη μνήμη»

ανεξάρτητα από τον έρωτά του (αυτό μην το πεις)

ντρέπομαι τον αιώνα μου

που είναι τόσο ψυχαγωγικός

μα χρειάζεται να χαμογελώ.



Ποίημα


Η Λάνα Τέρνερ κατέρρευσε!

Πήγαινα τρέχοντας και ξαφνικά

άρχισε να βρέχει και να χιονίζει

και είπες πως έριχνε χαλάζι

μα το χαλάζι σε χτυπά στο κεφάλι

τόσο δυνατά που στ’ αλήθεια χιόνιζε και

έβρεχε κι εγώ βιαζόμουν τόσο

να σε συναντήσω μα η κυκλοφορία

φερόταν ακριβώς όπως ο ουρανός

και ξαφνικά βλέπω ένα πρωτοσέλιδο

Η ΛΑΝΑ ΤΕΡΝΕΡ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ!

δεν πέφτει χιόνι στο Χόλλυγουντ

δεν βρέχει στην Καλιφόρνια

έχω βρεθεί σε πολλά γλέντια

κι έχω φερθεί εντελώς πρόστυχα

μα στην πραγματικότητα ποτέ δεν κατέρρευσα

ω Λάνα Τέρνερ σήκω σε λατρεύουμε.