ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ ΚΟΡΣΟ (Gregory Corso) - ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ










Γραμμένο στα σκαλοπάτια του Πορτορικάνικου Χάρλεμ


Υπάρχει μια αλήθεια που βάζει όρια στον άνθρωπο

Μια αλήθεια που τον εμποδίζει να πάει μπροστά

Ο κόσμος αλλάζει

Ο κόσμος το ξ έ ρ ε ι πως αλλάζει

Βαριά είναι η λύπη της μέρας

Οι γέροι έχουν όψη καταδίκης

Οι νέοι παραγνωρίζουν τη μοίρα τους στην όψη αυτή

Αυτό είναι αλήθεια

Μα δεν είναι αλήθεια ολότελα.

Η ζωή έχει νόημα

Και δεν ξέρω το νόημα

Ακόμα κι όταν την ένιωσα δίχως νόημα

Είχα ελπίδα και προσευχήθηκα και ξεστόμισα ένα νόημα

Δεν ήταν όλα ποίηση παιχνιδιάρα

Υπήρχαν χρέη να ξεπληρωθούν

Καλώντας Θεό και Θάνατο

Είχα μια άγρια επιθυμία μαζί τους να τα βάλω

Ο Θάνατος αποδείχτηκε νόημα να μην έχει δίχως τη Ζωή

Ναι ο κόσμος αλλάζει

Ο Θάνατος όμως μένει ίδιος

Τον άνθρωπο παίρνει μακριά απ’ τη Ζωή

Αυτό είν’ το μόνο νόημα που κατέχει

Και συνήθως είναι μια θλιβερή υπόθεση

Τούτος ο Θάνατος

Είχα μια αθωότητα είχα μια σοβαρότητα

Είχα ένα χιούμορ να με γλιτώνει από την αδαή φιλοσοφία

Μπορώ να ψευδίζω τα πιστεύω μου

Μπορώ μπορώ

Γιατί θέλω να ξέρω το νόημα των πάντων

Μα κάθομαι σαν κάτι τσακισμένο

Βογκώντας! Ω, τι ευθύνη

Σου αναθέτω Γκρέγκορυ

Θάνατο και Θεό

Σκληρό σκληρό είναι σκληρό

Έμαθα πως η ζωή δεν ήταν όνειρο

Έμαθα πως η αλήθεια εξαπατούσε

Ο άνθρωπος δεν είναι θεός

Η Ζωή είναι ένας αιώνας

Ο Θάνατος στιγμή μία.



Να πεθαίνεις απ’ τα γέλια


Ήρθα στον κόσμο

και γέλασα μ’ ό,τι είδα.

Πράγματι το σήμερα είναι για γέλια

μα τέτοια γέλια να τα φοβάσαι.

Μπορεί να σε γεμίσουν θλίψη,

θα ‘ταν καλύτερο να μην γελάσεις.

Γέλα με το αύριο

μα κράτα το σήμερα σοβαρό.

Κι αν κλάψω

αφήνοντας τον κόσμο,

τότε σίγουρα είμαι για γέλια

και δεν πιστεύω τίποτα.



Σκέψη


Ο Θάνατος υπάρχει μα δεν διαρκεί.

Προσπερνώντας ένα νεκρό πουλί

σκέφτεσαι πως είναι νεκρό,

μα μετά περπατάς

και το ξεχνάς.

Η σκέψη παραμένει

και η σκέψη είναι το μόνο

που γνωρίζω

για τον Θάνατο.



Η αμφισβήτηση της αλήθειας


Όντας Ποιητής

εστία ησυχασμού δεν βρίσκεις

Και το μπαούλο της ματαιότητάς μου

το πέταξαν στο πεζοδρόμιο

- ο καθρέφτης έσπασε

Κοιτάζω και βλέπω

έναν παλιωμένο ποιητή

- πόσο γλυκό-θλιμμένο

ερείπιο είναι ο ποιητής

Λέει η καλή καρδιά μου:

«Ανοησίες, όχι, φταίει ο καθρέφτης

που ‘χει σπάσει»

Αν και η αλήθεια δεν είναι πια αφέντης μου

ψέματα για αλήθεια δεν θα πω

Παράτησα για πάντα το μπαούλο

με τα ποιήματά μου

με γύρισα την άλλη μέρα

και είδα έναν Κινέζο

να κλαίει κάτω απ’ τον ήλιο.



Στο φευγαλέο χέρι του Χρόνου


Στα σκαλοπάτια του λαμπρού τρελοκομείου

ακούω τη γενειοφόρο καμπάνα να γκρεμίζει το άλσος

το τελευταίο πένθιμο κάλεσμα του κόσμου μου.

Σκαρφαλώνω και μπαίνω σε μία πύρινη σύναξη ιπποτών

αγνοώντας την παρουσία μου απλώνουν σχέδια επί δορών

και με δάχτυλα της πανοπλίας εντοπίζουν τον ερχομό μου

παλιά παλιά πίσω στα μαύρα σκαλοπάτια

της Ρώμης του Νέρωνα,

σαν στάθηκα με τον φιλόσοφο να θρηνεί στην αγκαλιά μου,

το τελικό κάλεσμα της τρελής ιστορίας.

Τώρα είναι γνωστή η παρουσία μου,

ο ερχομός μου καταγράφτηκε με πλουμιστά σχέδια

τα μεγάλα παράθυρα του Παραδείσου ανοίγουν

κάτω στην ακτινοβόλο σκόνη πέφτουν οι κουρτίνες

των Περασμένων Χρόνων

μέσα σε ιπτάμενα σμήνη ποικιλόχρωμων πουλιών

φως φτερωτό φως, ω το θαύμα του φωτός

ο Χρόνος με παίρνει απ' το χέρι

σαν γεννιέμαι στις 26 Μάρτη του 1930

με 100 μίλια την ώρα πάνω απ' το απέραντο παζάρι

της επιλογής, να επιλέξω τι; τι να επιλέξω;

Ω...κι αφήνω την πορτοκαλόχρωμη μου κάμαρα του μύθου

χωρίς να καταφέρω να φυλάξω τα παιχνίδια μου του Δία,

διαλέγω ένα δωμάτιο στην οδό Μπλήκερ,

μια μητέρα παιδούλα μου κλείνει το στόμα

μ' ένα χλομό μιλανέζικο βυζί,

ρουφάω αγωνίζομαι και κλαίω ω Ολύμπια μητέρα

το βυζί τούτο είν' άγνωστο σε μένα

χιονίζει

δεκαετία άμοιρων αλόγων παγωμένης ασφάλτου

αδύναμα όνειρα σκοτεινοί διάδρομοι του 42ου δημοτικού σχολείου

στέγες περιστέρα με λαιμούς ποντικών

οδηγήθηκα με 1οο μίλια την ώρα πάνω απ' όλους τους τόσο

πραγματικούς δρόμους της Μαφίας,

έχασα τα Ερμαϊκά φτερά μου,

Ω Χρόνε δείξε έλεος

ρίξε με κάτω απ' τα αυτοκίνητα της ανθρωπότητας σου

ρίξε με βορά σε πελώριους γκρίζους ουρανοξύστες

εξάντλησε την καρδιά μου στις γέφυρες σου

αφήνω τη λύρα μου της Ορφικής ματαιότητας

Και για μια τέτοια προδοσία ανεβαίνω τούτα τα τρελά λαμπρά σκαλοπάτια

και μπαίνω σ' αυτό το δωμάτιο παραδείσιου φωτός

εφήμερος

ο Χρόνος

ένας μακρύς μακρύς σκύλος έχοντας κυνηγήσει

γύρω γύρω την ουρά του

έρχεται μ’ αρπάζει απ’ το χέρι

και με οδηγεί σε μια εξαρτημένη ζωή.




Σημειώσεις μετά από σκοτοδίνη


Κυρία του κόσμου που δεν έχει πόδια

αρνήθηκα να υπερβώ την αυτοεξαφάνιση.

Είμαι στου λιγνού ανθρώπου το κρεβάτι νιώθοντας

τα πόδια μου στη θέση τους με τον ψυχρό καθαρό αέρα.

Άχρηστο κι όχι άχρηστο αυτό το νόημα.

Όλα έχουν μια απάντηση δεν χρειάζεται να μάθω την απάντηση.

Η ποίηση ψάχνει την απάντηση.

Χαρά είναι η γνώση πως υπάρχει μια απάντηση.

Θάνατος είναι να ξέρεις την απάντηση.

(Εκείνη η αμυδρή λάμψη στην κοιλιά της Φώτισης

είναι οι νεκροί που ξεστομίζουν τις δικές τους απαντήσεις.)

Βασίλισσα των σακάτηδων οι νέοι δεν δείχνουν

πλέον απαραίτητοι.

Οι γέροι κρατούν τη γνώση τους μυστική

συμβάλλουν αδιάκοπα σε τούτο το μεγάλο

απορριπτέο ψέμα.

Παρόλα αυτά ο συγγραφέας της Αλήθειας είναι το τίποτα.

Κι αν ζωτικό το καθιστώ αυτό το τίποτα

θα καταρρεύσει από μόνο του.

Δεν υπάρχει τίποτα.

Τίποτα ποτέ δεν υπήρξε.

Το τίποτα είν' ένα σπίτι που ποτέ δεν αγοράστηκε.

Το τίποτα έρχεται μετά απ’ αυτή την ένδοξη Φάρσα.

Το τίποτα κάθεται πάνω στο τίποτα μέσα σ' ένα τίποτα πολλών τίποτα

βασιλιάς τίποτα.



Πνεύμα


Πνεύμα

είναι η ζωή

κυλάει μέσα

απ' τον θάνατο μου

ασταμάτητα

σαν ένα ποτάμι

που δεν φοβάται

να γίνει θάλασσα.



Εγγύτητα


Ένα αστέρι

είναι τόσο μακριά

όσο το βλέπει

το μάτι

και τόσο κοντά

όσο είναι

σ’ εμένα το μάτι.



Θαλασσινή ριμάδα


Η μάνα μου τη θάλασσα μισεί

Προπάντων τη δική μου

Της είπα αυτό να μην το κάνει

Αυτό μονάχα μπόρεσα

Μετά από χρόνια δυο

Η θάλασσα την έφαγε

Στο ακρογιάλι βρήκα μία παράξενη

Μα όμορφη τροφή

Ρώτησα τη θάλασσα άμα μπορούσα να τη φάω

Και η θάλασσα μου είπε ναι

-Ω, θάλασσα, τι ψάρια είναι ετούτα

τόσο γλυκά και τρυφερά;

-Της μάνας σου τα πόδια



Αυτοκτονία στο Γκρήνουϊτς Βίλλατζ


Τα χέρια τεντωμένα

Οι παλάμες πιέζουν τα πλευρά του παράθυρου

Κοιτάζει κάτω

Έχει στο μυαλό τον Μπάρτοκ, τον Βαν Γκογκ

Και τις γελοιογραφίες στη Νιου Υόρκερ

Πέφτει

Την παίρνουν μ’ ένα φύλλο της Ντέϊλυ Νιους ριγμένο στο πρόσωπο

Και ο μαγαζάτορας ρίχνει καυτό νερό στο πεζοδρόμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια: