ΤΖΑΚ ΧΙΡΣΜΑΝ (Jack Hirschman) - ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ



Η ευτυχία


Υπάρχει μια ευτυχία, μία

χαρά μες στην ψυχή, που

ζωντανή θάφτηκε μέσα

στον καθένα και ξεχάστηκε.

Δεν είναι κάποιο αστείο στο μπαρ,

ή τρυφερό, βαθύ φιλικό χιούμορ

ή φιλική στοργή

ή ένα μεγάλο, έξυπνο λογοπαίγνιο.

Πρόκειται για τους ζωντανούς επιζώντες

αυτού που συνέβη όταν η ευτυχία

θάφτηκε ζωντανή, όταν

έπαψε πια να κοιτάζει

με τα μάτια του σήμερα, κι ούτε

καν εκδηλώνεται όταν κάποιος

από ‘μας πεθάνει, απομακρυνόμαστε

απλώς από τα πάντα, μόνοι

με ότι μάς έχει απομείνει,

συνεχίζοντας να είμαστε όντα ανθρώπινα

δίχως να είμαστε ανθρώπινοι,

δίχως την ευτυχία εκείνη.



Ύμνος


Είμαι στο σπίτι,

είσαι στο σπίτι,

μέσα

τα παιδιά κοιμούνται

στο δωμάτιο τους

μέσα, δουλεύω

κάτω

από του ποιήματος

τον Λαμπτήρα.



Στο τρελό ξενοδοχείο της τελευταίας


Στο τρελό ξενοδοχείο της τελευταίας

κι απέραντης σουρεαλιστικής μου έκθεσης,

μου κλέβουν τους πίνακες πριν καλά

καλά τους κρεμάσω,

κατεβαίνουν κι εξαφανίζονται

μέσα στο κινέζικο παζλ εκείνων,

σαν την κλεμμένη αγάπη ενός γέλιου,

σαν τις χαρές της κυριότητας

που κυριεύεται

απ’ όλους τους εξουσιαστές δαίμονες

του δρόμου και της κουλτούρας,

την απελπισία του απατεώνα,

του κομπιναδόρου την επιμονή,

τον ντανταϊσμό της έσχατης ιεροσυλίας

του βέβηλου σε μούμια

στην πυραμίδα του La Rose.

Τι θα συμβεί όταν όλα

τα επακόλουθα μου αναρτηθούν

και τα ξεφορτωθώ ταυτόχρονα -

Ποιον θα κατηγορήσω για την βεβήλωσή μου;

Επιβεβαίωση από ποιον θα λάβω

πέρα απ’ τον γνώριμο τρόπο,

από μια ιδέα σ’ ένα χάος;

ένα παιχνίδι παικτών σ’ ένα ξενοδοχείο

με παλιές μυρωδιές, κάτουρο γάτας και την

παντοτινά τελειωμένη ατέλειωτη

συμφωνία

όπου η ομορφιά και η ασχήμια

είναι φτωχές ολοφάνερα;

Αναπνέω ακόμα, κάθε λεπτό

δημιουργώντας, επινοώντας το επόμενο βήμα,

χωρίς δεκάρα μία, με την περιπέτεια

μόνο να στρίβει στη γωνία,

το εσωτερικό πατίνι, την πατούσα ν’ ακουμπά

στο τεντωμένο σχοινί πάνω από το πλήθος,

το μοναδικό τραγούδι τραγουδισμένο σε ποίημα επόμενο,

αυτή είναι η σκιά που επινόησα

προχωρώντας γυμνός μέσα σε ό,τι μου απέσπασαν.

Τρελή παντοδυναμία κενής νύχτας -

το παπούτσι περπατά χωρίς

το πόδι,

η μοίρα που έχει ήδη δείξει η τηλεόραση

φέρνει στα χείλη μου μια γεύση

γαληνεμένης τάσης

δυο και τριών αραδιασμένων τραπεζιών,

απαλών μυρωδιών και τον ήχο

γερασμένου δέρματος

και ηπείρους που δεν μπορούν να με βοηθήσουν,

και ουρανούς που δεν μπορούν να με βοηθήσουν,

και αφηρημένα και συγκεκριμένα τα αύριο και τα χθες.

Είμαι ακόμα κι από την ελευθερία ελευθερωμένος

ετούτη ακριβώς τη στιγμή -

δεν έχω άμαξα και όλο το τσιγγάνικο καραβάνι

προχωρά ακόμα όλο χαρά μέσα στη νύχτα

φωτιές γεμάτο με την θαμπή λάμψη του ξύλου

του ίδιου του ποιήματος,

εκείνος ο χείμαρρος τροχών

εν κινήσει στο πουθενά

μα απολύτως ακαθόριστα φωτίζει

τους δρόμους με τα τραγούδια των πυρσών

των δικών τους αναμνήσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: