ΤΖΩΝ ΜΠΕΡΡΥΜΑΝ (John Berryman) - ΕΝΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ


Ονειρικό Τραγούδι 46


Βρίσκομαι, έξω. Απίστευτος πανικός κυριαρχεί.

Άνθρωποι ξεσπούν και χτυπιούνται χωρίς οίκτο.

Τα ποτά κοχλάζουν. Παγωμένα

ποτά κοχλάζουν. Όσο πιο άσχημα νιώθει κανείς, τόσο άσχημα

του φέρονται. Οι ανόητοι ανόητους εκλέγουν.

Ένας άκακος άνθρωπος σε μία διασταύρωση είπε, με κομμένη ανάσα:

«Χριστέ μου!»

Η λέξη ετούτη, σαν ειπώθηκε, επηρέασε την όραση

των καταστηματαρχών, που πήγαν την επομένη στην δουλειά τους,

και ήταν έτοιμοι να κατεβάσουν ποτήρια.

Απόλαυσαν έτσι μία μορφή αγάπης και δικαίου.

Αίσθηση αμυδρή Χιλιετιών – ένας, ένας – εε, εε …

Τους πήραν τα ποτήρια, και κατάλαβαν.

Ο άνθρωπος έχει αναλάβει την καλύτερη δουλειά απ’ όλες,

son fin. Καλή τύχη.

Εγώ ο ίδιος πήγα στην κηδεία της τρυφερότητας.

Κι άλλοι θάνατοι ακολούθησαν. Μεταξύ των τελευταίων,

Σαν την ανάμνηση από ένα γλυκό γαμήσι,

Ήταν και του: Do, ut des.



Ονειρικό Τραγούδι 54


«ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ» δίνω μια στο ρολό

και το κάλυμμα σκεπάζει την πόρτα.

Άνετος μέσα στην βελέντζα μου

Ακουμπώ στο ακριβό κρεβάτι και ονειρεύομαι τη γυναίκα μου,

την πρώτη μου γυναίκα,

και τη δεύτερη γυναίκα μου και το γιο μου.

Βρίζοντας, βάζουν κάγκελα,

σαν να ήταν στάβλος!

Αγριεύω στην προϊστάμενη νοσοκόμα· συμφωνούμε σε κάτι.

Πάντα ενεργούσα εκ του μηδενός,

σαν ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του

μα πιο αργά, χάνοντας κύρος.

Περιχαρής. Τραγουδιάρηδες μου ρίχνουν κατακέφαλα.

Δεν ορίζω κανόνες. Να γράφετε όσο πιο συνοπτικά μπορείτε,

όπως πρέπει, για ό,τι μετράει.

Σκέφτομαι τον αγαπημένο μου ποιητή

τον Ίσσα και τον πατέρα του που

κάθισαν στο χορτάρι και αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλον.



Ονειρικό Τραγούδι 76


Η Εξομολόγηση του Χένρυ

Τίποτα πολύ άσχημο δεν μου συμβαίνει τελευταία.

Πώς το εξηγείς αυτό; - Λέω, κύριε Κοκάλα,

πως έχει σχέση με την ανήκουστη κι αλλόκοτη νηφαλιότητά σου.

Νηφάλιος όσο γίνεται, χωρίς γυναίκες, χωρίς τηλέφωνα,

Τι θα μπορούσε να πάει στραβά στον κύριο Κοκάλα;

- Αν η ζωή είναι ένα μάτσο χαρτομάντιλα,

με μία κοσμιότητα θανάτου κάνω παρέα στον πατέρα μου

που τόλμησε πριν από τόσα χρόνια να μ’ αφήσει.

Μια σφαίρα στην τσιμεντένια βεράντα

πλάι σε μια αποπνικτική νότια θάλασσα

φαρδύς πλατύς σ’ ένα νησί, σιμά στο γόνατό μου.

- Υπάρχεις από ανάγκη, κύριε Κοκάλα,

σου δίνω αυτό το χαρτομάντιλο, βάλε τώρα

το αριστερό σου πόδι πλάι στο δεξί μου πόδι,

ώμο με ώμο, με όλη αυτή την τζαζ,

ενωμένα χέρια, πλάι στην όμορφη θάλασσα,

μουρμούρισε λίγο, κύριε Κοκάλα.

- Σαν είδα πως δεν ζύγωνε κανείς, πήγα εγώ.



Ονειρικό Τραγούδι 90


Για έκδοση μετά θάνατον αρ. 13

Στα βάθη της νύχτας ονειρεύτηκε αρετές υψηλότερες,

αποδεσμεύσεις, και πρόσωπα αγαπημένα,

σαν κι αυτά που τώρα τραγουδά πριν το ξημέρωμα.

Εύκολο δεν ήταν, μαθημένος σ’ αυτά τα πράγματα,

να εγκαταλείψει τον παλαιό κόσμο, αλλά προσπάθησε·

αιωνία η μνήμη, ρίξε ένα καλό κλάμα.

Συχωρεμένος να ‘ναι ο Ράνταλλ, που οι αυτοβασανισμοί σου

ούτε μιας στιγμής τα καλά δεν θα του φέρουν πίσω, συχωρεμένος να ‘ναι:

τώρα πια είναι μακαρίτης.

Ο πανικός έσβησε και καθώς ο πανικός έσβηνε

έσβησε και ο παλιός μου φίλος. Τραβάω για τη δύση

κι εγώ, κι εγώ, με κάποιον τρόπο.

Στις αίθουσες του τέλους θα ανταμώσουμε ξανά

θα του πω Ράνταλλ, θα μου πει Ερωτιάρη

και όλα θα είναι σαν και πρώτα

σαν τότε που αναζητούσαμε, ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα,

θέση περίοπτη και δεν μας ήταν αρκετό

θέλαμε κάτι παραπάνω.



Ονειρικό Τραγούδι 150


Είχε οπαδούς μα δεν μπορούσαν να τον βρουν·

φίλους μα δεν μπορούσαν να τον βρουν. Το χάρισμά του το έκρυβε

στο κέντρο του Μανχάταν,

χωρίς γυναίκα, σε φτηνά ξενοδοχεία,

διαταραγμένος τόσο που οι φίλοι του στον δρόμο τον απέφευγαν.

Εκεί που κατάφερε να φτάσει

και όλοι μας να φτάσουμε πρέπει ή θα έπρεπε γοργά να έχουμε πεθάνει:

φέρνει στο νου του τώρα τα πιο ωραία και καινούργια

νεανικά του ποιήματα;

ή τα υψηλά του κι απόλυτα κριτήρια επέφεραν

τίποτα, σύγχυση προκάλεσαν; Κι ύστερα τι φανέρωσε με τον ένα

ή με τον άλλο τρόπο, ο εγωτισμός της ύστερης ανεπάρκειας;

Θα ήθελα όσο τίποτα να πω ότι η γραφή του βελτιώθηκε

μα αυτό δεν είναι αλήθεια. Αποτραβήχτηκε με βάσανα

από τις καθημερινές επαφές

και κλονίστηκε από την πικρία. Πια έσχατη σκέψη

ανακούφισε την πτώση του στο χαλί του ξενοδοχείου, αν υπήρχε,

και τις αναγγελίες των Νιου Γιορκ Τάιμς;



Ονειρικό Τραγούδι 176


Όλα εκείνα τα λαμπερά μαλλιά πάνω απ’ τον Ατλαντικό,

το κορίτσι παράτησε τον Χένρυ. Το Παρίσι πολύ θα της αρέσει

όπως άρεσε τόσες φορές σ’ εκείνον.

Τώρα έχει φτάσει, χθες ήταν που έφυγε. Κράτησα

της ξαδέλφης της το χέρι, εντελώς αθώα, σαν ανεβαίναμε στον πύργο.

Η ξαδελφή της είναι αν και σχεδόν αδύνατο πιο όμορφη από κείνη.

Σε όλο τον κόσμο καταγράφονται ποιότητες,

κι αυτή δεν είναι πράγματι μια θλιβερή σκέψη.

Σε όλο τον κόσμο.

Είναι Ιούνης, δόξα τω Θεώ, όταν ξεκαθαρίζει το πράγμα.

Κάποια μέρα όταν θα βγάλω την κάλτσα

το δέρμα μαζί της θα ξεκολλήσει

και αίμα θα τρέξει, απαίσιο στο πάτωμα

το αίμα που τρέχει μού θυμίζει την αγάπη μου

Λύκους που μπαινοβγαίνουν

πάρε τους λύκους, μα απ’ όλα το πιο τρομαχτικό

είναι σαν ονειρεύομαι τα μαλλιά της αγάπης μου και όλα

τα μπροστινά της δόντια είναι ψεύτικα

όπως ήταν οι αντι-ελπίδες μου.



Ονειρικό Τραγούδι 238

Το πρόγραμμα του Χένρυ για τον Θεό

«Δεν ήταν χαρούμενη, αυτή η ζωή». Δεν μπορείς «να με ταπεινώσεις»,

δεν μπορείς «να με ξεκάνεις» ή τη δουλειά μου να μου πάρεις.

Είμαι άτρωτος,

παρότι αυτό ευχάριστο δεν είναι. Τελικά γιατί ήρθαμε εδώ,

ταιριαγμένοι σε ποιου την εντολή; Ίσως ο Θεός να είναι βούρλο,

παιχνιδιάρης, απέραντος, χοντρόπετσος.

Ίσως ο Θεός να μοιάζει με κάποια από τις τελευταίες γκραβούρες του Γκόγια

και όχι του Βελάσκεθ, ουδέποτε του Ρέμπραντ.

Κάτι διαταραγμένο,

αρρωστημένο, και με μια δόση από παράνοια

που καλεί τα πλάσματά του γι’ αυτόν τον γδούπο της αγάπης-Ω.

Του Θεού έπρεπε μάλλον να του ‘χαν περασμένο χαλινό.

Όχι στον πλανήτη αυτόν μονάχα, το αναγνωρίζω· οπουδήποτε.

Η μοναδική δική μας διέξοδος είναι η άρνηση η μελαγχολική ή

η οργή ενάντια στη δύναμη,

και οι δυό έχουν από τους πιο σοφούς δοκιμαστεί. Ποιος ήταν κείνα τα χρόνια

που πέθανε αμετάλαβος, τολμώντας να αντικρίσει τι επιπλέον

θα μπορούσε να πάθει ένας ζωγράφος με τέτοια τόλμη;



Ονειρικό Τραγούδι 384


Η πλάκα γέρνει, δίχως ένα λουλούδι, η μέρα φτάνει στο τέλος της,

στέκομαι πάνω από τον τάφο του πατέρα μου με οργή,

συχνά, συχνά προτού

ολοκληρώσω αυτό το απαίσιο προσκύνημα σε κάποιον

που δεν μπορεί να έρθει να με δει, που έσκισε

τη σελίδα του: επιστρέφω για επιπλέον δράση,

φτύνω πάνω στο μνήμα αυτού του τρομερού του τραπεζίτη

που την καρδιά του πυροβόλησε κάποιαν αυγή στη Φλόριδα

Ω ναι αλίμονο αλίμονο

Σαν θα έρθει η αδιαφορία, θρηνώ και μαίνομαι

θα ‘θελα να σκάψω με τα νύχια μέχρι να φτάσω εκεί ακριβώς

κάτω βαθιά κάτω από το χορτάρι

και να τσακίσω ανοίγοντας την κάσα με τσεκούρι χα για να δω

απλά πώς του φαίνεται, αυτό το οποίο τόσο πολύ επιδίωκε

θα σκίσουμε

τα ρούχα του τα νεκρικά τα σαπισμένα χα και ο Χένρυ ύστερα

θα δώσει άλλη μια με το τσεκούρι, το τελευταίο του αβαντάζ,

και την απαρχή θα κόψει.


Η κατανόηση του Χένρυ


Διάβαζε ως αργά, στου Ρίτσαρντ, πέρα στο Μέην,

ετών 32; Ο Ρίτσαρντ και η Έλεν από ώρα ξαπλωμένοι,

η καλή μου σύζυγος από ώρα ξαπλωμένη.

Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γδυθώ και να πέσω στο κρεβάτι,

βάζοντας στο βιβλίο τον σελιδοδείχτη, και να κοιμηθώ,

και να ξυπνήσω για ένα ωραίο ζεστό πρόγευμα.

Αντίκρυ στην ακτή ήταν ένα νησί, το Ptit Manaan,

ο κάβος από του Ρίτσαρντ την πελούζα ήταν σχεδόν γκρεμός.

Παγιάδα στις τέσσερις τα χαράματα.

Δεν χρειάζονται παρά λίγα λεπτά για τη μεγάλη απόφαση.

Μία συγκέντρωση στο εδώ και στο τώρα.

Ξαφνικά, όχι όπως ο Μπαχ,

και φριχτά, όχι όπως ο Μπαχ, μου πέρασε από το μυαλό

τη νύχτα εκείνη, αντί για τις ζεστές πυτζάμες,

να βγάλω όλα μου τα ρούχα

και να διασχίσω την κρύα νοτισμένη πελούζα και να πέσω απ’ τον κάβο

στο φοβερό νερό και για πάντα να περπατήσω

προς το νησί υποβρυχίως.