ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ WHITMAN, SLATER, CELINE, KEROUAC - ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ WALT WHITMAN

Με δάσκαλο τον ίδιο του τον εαυτό, νιώθοντας πως ο ποιητής οφείλει να είναι άνθρωπος πλήρης (εμπειρικός και σκεπτόμενος), με την αυτοπεποίθηση ενός πανοραματικού πνεύματος, ο Ουόλτ Ουίτμαν συνέγραψε τα περίφημα ποιήματά του που αποτέλεσαν την συγκεντρωτική συλλογή «Φύλλα Χλόης». Εξίσου μυημένος στην μεταφυσική του πνεύματος, όσο και στην ιερότητα της σπατάλης του ανθρωπίνου δράματος, ο Ουίτμαν συνέθεσε ποιήματα που έμελλε να παίξουν τον ρόλο της πιο αξιόπιστης και απρόσβλητης μήτρας της Αμερικανικής ποίησης, αποτέλεσαν την βίβλο της. Ο άνθρωπος και ποιητής Ουίτμαν εμφανίστηκε παράδοξος και προκλητικός εξαιτίας των ασυνήθιστων μέτρων του. Μάλλον ο πρώτος (μετά τους Άγγλους Μίλτον και Μπλέηκ) τόσο εύχυμος και με απίστευτη περιεκτικότητα ποιητής του δυτικού ημισφαιρίου, που δεν άφησε σχεδόν τίποτα έξω από την ποίησή του. Ο Ουίτμαν απέδειξε αποφασιστικά πως οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και οι φιλόλογοι δεν μπορούν να είναι αρκετοί για να δημιουργηθεί ο νέος άνθρωπος, και πως η δημοκρατία απορρέει αποκλειστικά από τις ηθικές και πνευματικές αξίες, όχι από τον καθιερωμένο (χειραγωγημένο) τρόπο ζωής και σκέψης των κοινωνιών.
Ο Ουίτμαν ήταν εκείνος που ανέλαβε να αντικαταστήσει τους ημίθεους της αγγλικής παράδοσης και του γλαφυρού βικτοριανού αισθηματισμού με τους νέους και προκλητικούς του θεούς. Στην εποχή της πάντως η ποίησή του, πέρα από την άμεση και ενθουσιώδη επικρότηση του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, κρίθηκε ανούσια και άξεστη. Στην πορεία όμως ο Ουίτμαν δικαιώθηκε απόλυτα με την εμφάνιση αμερικανών ποιητών που ανεξάρτητα από τις προσδοκίες και τα οράματά τους κατέδειξαν την αμίμητη δυναμική των ιδεών και του ύφους του στο έργο τους. Τα πιο λαμπρά παραδείγματα αυτής της συνέχειας ήταν ο Χαρτ Κρέην, ο Χάρολντ Νορς και ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ.
Το 1892 με το συνολικό του ποιητικό έργο, ο Ουίτμαν δημιούργησε αυτό που σήμερα θεωρούμε αμερικανική ποίηση, σύμφωνα με οιαδήποτε φιλολογική έννοια. Ως τότε η ποίηση της Αμερικής δεν ξεχώριζε σε τίποτα από την αγγλική. Ο Ουίτμαν δεν κατοχύρωσε απλά τη νέα, καθημερινή αμερικανική ομιλία, αλλά έδωσε φωνή στις ίδιες της αμερικανικές πολιτείες, καταθέτοντας στην ποίησή του το πνεύμα αυτοτέλειας, ευρύτητας και ιδιορρυθμίας αυτού του νέου έθνους με μία ανεξαρτησία όμως που σαφέστατα ξεπερνούσε ακόμη και την ίδια του την πατρίδα. Ο ποιητής ωθήθηκε και ώθησε την Αμερική σ’ ένα άφταστο μέλλον.
Ο Ουίτμαν δεν επιδοκίμασε απλώς τα «θυελλώδη και κυκλώνεια» κηρύγματα του Έμερσον, προσέφερε και ο ίδιος στην ανάρρηση της νέας εκείνης φιλοσοφικής σχολής, ακόμη κι αν οι δικές του απόψεις δεν μπόρεσαν παρά να τοποθετηθούν στα όρια του Υπερβατισμού (Transcendentalism). Μαζί μ’ αυτόν, όμως, και τον Χένρυ Ντέηβιντ Θορώ, εκείνη η φιλοσοφική ιδεολογία του «φυσικού ανθρώπου» έφτασε στο απόγειο της.
Ο Ουίτμαν έγραψε σχεδόν σαν «βάρβαρος», άσεμνος και προκλητικός. Οι στίχοι του ανέκυψαν από ένα χάος, μιαν απεραντοσύνη στην οποία συμμετέχουν και ανταποδίδουν τα πάντα. Ο «Θεός» στον Ουίτμαν ήταν άλλος, όχι ο γνωστός μας θεός· ο ίδιος ο ποιητής ήταν ένα μέγεθος μελλοντικό και αξιοποιούσε κάθε τι από το Όλον· η Αμερική δεν ήταν η αμιγώς εθνική πατρίδα μα ο δείκτης δημοκρατικής ελευθερίας για την ανάταση όλων των εθνών.
Εντούτοις, από όλο το φάσμα των ενεργειών της χώρας του, ο Ουίτμαν εισέπραξε την απόλυτη πανωλεθρία. Το αμερικανικό έθνος αποδείχτηκε άφρον, οι Αμερικανοί πολίτες εγκαινίασαν μία βαβυλώνια πατρίδα δολοφονώντας τον Λίνκολν και κατρακύλησαν φτάνοντας στο σημερινό μίασμα. Η ποίηση μετά απ’ αυτόν καθυστέρησε τραγικά να ερμηνεύσει το μήνυμά του -σχεδόν όλοι οι «επιφανείς» Αμερικανοί ποιητές μετά απ’ αυτόν, θεωρήθηκαν «Ουιτμανικοί» αναιτιολόγητα- το έργο του διπλιάστηκε από τις δήθεν εξεζητημένες προσεγγίσεις κριτικών και γραφιάδων που κατόπιν θεωρήθηκαν βαρυσήμαντες από την γνωστή ακαδημαϊκή αυθαιρεσία.
Ο Ουόλτ Ουίτμαν είναι ξεκάθαρο πλέον πως ήταν εκείνος που εγκαινίασε μία νέα εποχή στα παγκόσμια γράμματα· την εποχή που ο ποιητής αναλαμβάνει χρέη συνειδητού οδηγητή της κοινωνίας, και όχι μόνο του σοφού παρατηρητή ή διανοητή που συνδράμει επιλεκτικά στην επίλυση των «μειζόνων προβλημάτων» της ανθρωπότητας. Ο ποιητής αποτιμά με σφοδρότητα και επαναξιολογεί τα πάντα – στη νέα ιεράρχηση το μυστηριακό καταλαμβάνει την θέση ουσίας του σύμπαντος και συνάμα κάθε δογματισμός παύει να εγκαλεί και να προσδιορίζει οποιαδήποτε πτυχή της ζωής. Όλο σχεδόν το ποιητικό έργο του Ουίτμαν διαπνέεται από το όραμα του γάμου της εμπειρίας με την ενόραση και την επιζήτηση του μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού.
Η εμβρίθεια και οι ιδέες του Ουόλτ Ουίτμαν, διόλου τυχαία, δεν κατάφεραν να γονιμοποιηθούν από το νεότερο σώμα της ελληνικής ποίησης. Εκείνη η πρώτη αγωνιώδης μετάφραση του Ν. Προεστόπουλου πέρασε στην εποχή της σχεδόν στα αζήτητα. Η απαίδευτη «εμπροσθοφυλακή» της ποιητικής γραφής ουδέποτε μπόρεσε να καταστήσει δυνατή την συνάντησή της με την ποίηση του Ουίτμαν. Ελπίζουμε κάθε νέα προσπάθεια της προβολής των έργων τέτοιων εμβληματικών ποιητών να έχει καλύτερη τύχη και να αρχίσουν επιτέλους να βρίσκουν την απήχηση που τους αναλογεί.
Οι τελευταίες εκδόσεις ποιημάτων του Ουίτμαν από τις εκδόσεις Ηριδανός, εξαιρουμένων των ασυνάρτητων προλογικών τους θέσεων, που από μόνες τους καταδεικνύουν την απουσία μιας απαιτούμενης βαθιάς γνώσης για τον ποιητή και το έργο του, επανατοποθέτησαν τον μεγάλο αυτόν ποιητή στα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Και οι δύο τόμοι από αισθητικής πλευράς είναι πραγματικά κοσμήματα, όσον αφορά όμως στην μετάφραση οφείλουμε να σχολιάσουμε κάποια πράγματα. Η μεταφράστρια είναι σίγουρο πως δοκιμάστηκε για να διατηρήσει οριακή ισορροπία μεταξύ της αισθητικής και του συλλογισμού των ποιημάτων. Και όλα αυτά γιατί τα ποιήματα του Ουίτμαν είναι έργα πολύ υψηλών απαιτήσεων. Η έκφραση των εντάσεων της ουϊτμανικής λύρας σε άλλη γλώσσα προϋποθέτει, εκτός από την ειδική σχέση με τον δημιουργό, την καταστολή κάθε ψήγματος «καλλιτεχνικής» ευσχημοσύνης ώστε να μην υποβαθμιστεί το ταμπεραμέντο του ποιητή. Η ουϊτμανική γλώσσα κυμαίνεται από την σχεδόν άγαρμπη ευθύτητα του καθημερινού λόγου, ως τις κορυφώσεις μίας ιδιάζουσας συγκινησιακής έξαψης – οι οποίες εξάλλου ήταν εκείνες που έκαναν τον ποιητή να ξεχωρίσει τόσο πολύ από τους ποιητές της εποχής του. Από την πρώτη ανάγνωση αναγνωρίζει κανείς την υπόληψη της μεταφράστριας στο πρόσωπο του Ουίτμαν, μα η γλωσσική της συγκράτηση και η έλλειψη προηγούμενης σοβαρής μελέτης για το έργο του έπαιξαν ρόλο καθοριστικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία «μετάπλαση» της Ουϊτμανικής γλώσσας, που έφερε ένα μάλλον αμφίβολο αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε ένα τόσο τολμηρό και θεμελιώδες έργο είναι αναμενόμενο να επιδέχεται εσαεί μεταφραστικές απόπειρες..

Μετς 2008


ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ GEORGE DILLON SLATER

Από χρόνια αναζητούσα στοιχεία για τον αμερικανό ποιητή George Dillon Slater, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στη βόρειο Αφρική, αφού είχα από αξιόπιστα πρόσωπα πληροφορηθεί πως σ’ αυτά τα μέρη συνήθιζε να ταξιδεύει· και ούτως ή άλλως συνήθιζα να ταξιδεύω κι εγώ. Ποιήματά του, διάβασα για πρώτη φορά πριν από δεκαοκτώ χρόνια. Ήταν μία «διπλή», μάλλον δυσεύρετη σήμερα συλλογή, μαζί με τα ποιήματα του Sinclair Beiles, “A Cathedral of Angels/Luna Park”. Ανέκαθεν πίστευα πως ήταν από τις καλύτερες που μπορούσε να διαβάσει κανείς, και τις πιο αντιπροσωπευτικές της περιόδου 1970-1980 όσον αφορά στο νεότερο στιφρό ερμητικό λυρισμό με όλες εκείνες τις εικόνες αργής κίνησης-ταχείας αφύπνισης.
Στη διάρκεια ενός σύντομου ταξιδιού μου στην Ύδρα στις 17 Ιουνίου του 2007, όλως τυχαίως έπεσα κυριολεκτικά πάνω σε μία τοιχοκολλημένη ανακοίνωση: «Ο ποιητής George Dillon Slater διαβάζει ποιήματά του στις 8 το βράδυ στην αυλή του ξενοδοχείου Ιππόκαμπος». Η θεά της τύχης. Είχα πολύν καιρό να αναφέρω σε κάποιον το όνομά του μα η οριστική μου απόφαση να τον συμπεριλάβω, κάπως προκλητικά, μα απολύτως δικαιολογημένα, στην Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του 20ου Αιώνα (για τις εκδόσεις Ηριδανός), τον είχε φέρει στο προσκήνιο του μυαλού μου εδώ και κάμποσους μήνες. Στοιχεία για τη ζωή του δεν υπήρχαν και έτσι θα προχωρούσα στην καταχώρηση του ονόματός του με ελάχιστες πληροφορίες. Το διαμέτρημα του Slater είναι πολύ μεγάλο, σε πλήρη αντίθεση με την αφάνεια του ονόματός του. Το μόνο που γνώριζα για εκείνον ήταν πως πριν από τριάντα πέντε χρόνια ζούσε ανά τακτά διαστήματα στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στην Ύδρα.
Την Κυριακή της 17ης Ιουνίου λοιπόν, λίγο πριν πέσει ο ήλιος έφτασα μαζί με τη γυναίκα μου στην αυλή του ξενοδοχείου «Ιππόκαμπος». Εκεί βρήκα καθισμένους σε διάφορα μαρμάρινα τραπέζια μια ντουζίνα αμερικανούς που ζούσαν στην Ύδρα, να περιμένουν τον ποιητή να ξεκινήσει πίνοντας παγωμένο μοσχοφίλερο. Ο Slater αρκετά γερασμένος μα αναγνωρίσιμος καθόταν σε ένα γωνιακό τραπέζι κάτω από μια ελιά πλημμυρισμένη από σπουργίτια. Μοσχοφίλερο κι αυτός.
Παραγγείλαμε τα δικά μας ποτά και συζητώντας διακρίναμε στην άκρη ενός παραπλήσιου τραπεζιού αντίτυπα της τελευταίας συλλογής του ποιητή, «Silver Labyrinth» από τις εκδόσεις Black Point Press. Αυτή ήταν λοιπόν η αφορμή και συνάμα η δική μας τύχη.
Ο Slater ξεκίνησε να διαβάζει ποιήματα με την εκκωφαντική συνοδεία των σπουργιτιών τα οποία χρειάστηκε να ακούσουν το εξαιρετικό «Jetstream Gypsy» για να πάψουν. Τους στίχους του συνόδευε ένας γερασμένος αμερικανός του φίλος που προσπαθούσε να παίξει μπλουζ με μια ολίγον ξεκούρδιστη κιθάρα. Η νύχτα έπεσε με την λεπτή ημισέληνο στον ουρανό, τον λαμπρό αποσπερίτη και τις μυρωδιές των λουλουδιών. Με το πέρας της ανάγνωσης συστηθήκαμε και συζητήσαμε για λίγα λεπτά - η γνωριμία με τον Slater και η βραδινή μας συνομιλία, έβαλε την 17η του Ιουνίου στο Μεγάλο Ημερολόγιο των Συναντήσεων. Δώσαμε ραντεβού για την επομένη στον «Πειρατή». Από εκείνη τη συνάντηση μέσα στο καταμεσήμερο, μπροστά στα αμέτρητα ψηλά ξάρτια που λικνίζονταν σαν ορθωμένες σάρισες στο λιμάνι, ξεκίνησε η επαφή μας.
Ο Slater γεννήθηκε το 1941 στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια. Μεγάλωσε στη Νέα Ορλεάνη και στο Σηάτλ. Δεκαοκτώ χρονών άφησε τις Η.Π.Α. και έζησε σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ταϊλάνδη, η Ταϊβάν, η Γαλλία, η Αγγλία, η Ελβετία, το Μεξικό, ο Καναδάς και η Ελλάδα τη οποία θεωρεί σπίτι του. Πρώτη φορά επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1964 την οποία εγκατέλειψε απρόθυμα μετά από έναν ολόκληρο χρόνο διαμονής. Από τότε επισκέπτεται σχεδόν κάθε χρόνο την Ελλάδα, με εξαίρεση λίγα ενδιάμεσα χρόνια διαμονής στη Γαλλία. Δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα στο περιοδικό Trace. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ζώντας στην Ιαπωνία έγραψε ποίηση στα ιαπωνικά. Έχει γράψει επίσης δύο νουβέλες και μία αυτοβιογραφία με τίτλο «Sirocco», έργα τα οποία παραμένουν ανέκδοτα.
Ο Slater είναι ένας άνθρωπος θερμός και συγκροτημένος όσο και τα ποιήματά του. Κάνει μεγάλες παύσεις για να σε ακούσει και η φωνή του αλλάζει συχνά έντονους χρωματισμούς ανάλογα με το τι περιγράφει. Σου μεταδίδει την αίσθηση πως έχει οργώσει τα βουλεβάρτα πολλών σημαντικών πόλεων και όντως το έχει κάνει. Είναι σχεδόν σεμνός και τώρα πια γερασμένος, μα δείχνει ακράτητος και άνθρωπος πολύ συνειδητοποιημένος. Διαβάζει την τύχη του κόσμου μέσα στο γυάλινο μάτι του που έχασε νεαρός σε έναν καυγά μέσα σε κάποιο μπαρ. Μα είναι ήσυχος και βολεύεται μειλίχια στα καθίσματα σαν μαλλιαρή νησιώτικη γάτα.


ΑΠΟ ΤΟΝ CELINE ΚΑΙ ΚΟΝΤΥΤΕΡΑ

Η μετάφραση είναι αντικειμενικά καλή, μα προφανώς η αντίληψη περί του έργου είναι ανεπιτυχής, άστοχη. Μιλάμε για το περίφημο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν.
Το επίμετρο της μεταφράστριας ήρθε να αποδεκατίσει κάθε όφελος που θα μπορούσε να κερδίσει ο καλός αναγνώστης. Δεν χρειαζόταν παρά να επαναλάβει κανείς τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα για να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο την κεντρική ιδέα αυτού του ιδιαίτερα χρήσιμου και ξεχωριστού βιβλίου: «Τα μόριά μας θέλουν να πάνε το ταχύτερο δυνατό να χαθούν στο σύμπαν, τα χρυσά μου! Τα βασανίζει το ότι δεν είναι παρά μόνο ‘εμείς’, κορόιδα του απείρου. Θα διαλυόμασταν αν είχαμε τα κότσια, και λίγο λείπει να το καταφέρουμε, μέρα με τη μέρα. Το αγαπημένο μας μαρτύριο είναι εκεί κλεισμένο, ατομικό, μες στο πετσί μας, με την αλαζονεία μας μαζί». Σελίδα 396, παράγραφος δεύτερη.
Κάθε απόπειρα διαστροφής της Σελινικής πραγματικότητας καθιστά βεβαίως αδύνατη την αποτίμησή της. Εάν ορισμένοι επιλέγουν να αντιμετωπίζουν τον Σελίν ως απώτατη πτυχή μίας λογοτεχνικής, και όχι μόνο, έκφρασης, ενός «δημοκρατικά» θεμελιωμένου τοπίου δυνάμεων και δράσεων, είναι μακριά νυχτωμένοι. Εάν ο Σελίν μιλά την αλήθεια, οι άνθρωποι μιλούν το ψέμα, ή δεν βγάζουν άχνα. Ούτως το «Ταξίδι» ανήκει στην άλλη πλευρά, στο έκπαγλο φως του αθέμιτου, του προπορευόμενου, όπου έχει καταργηθεί κάθε δυνατότητα σύγκρισης, τοποθέτησης και υπεράσπισης δεδομένων που καθίστανται εκ προοιμίου άγονα και στερημένα, όντας χαρακτηρισμένα βαθιά από την ανθρώπινη ολιγοψυχία, την στένεψη και τη συστολή της πατροναρισμένης αντίληψης της ζωής. Επίσης πρέπει να είναι κάποιος εντελώς αδαής για να πιστέψει πως εφορμά στα βάθη της Σελινικής γραφής χαριτολογώντας (δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω χειρότερη λέξη) με μία ξώπετση παραπομπή σε ένα ληγμένο δίστιχο (δύστυχο) της Δημουλά. Κι αυτό γιατί η Δημουλά δεν είναι παρά μια πένα πλήρως συντονισμένη με την καθολική αντίληψη περί «εύλογης καθημερινής θλίψης», πλήρως συντονισμένη με την εξέλιξη της ζωής ως ονειροκρισία, γιατί η «άλλη ζωή» προκύπτει, καθώς η ίδια επανειλημμένα μας έχει με «ποιητικό» τρόπο δηλώσει, ανοίγοντας και το δεύτερο μάτι. Να διαβάσει και ο πρωθυπουργός τον Σελίν, για να φωτιστεί, δηλαδή. Αβδηρίτες!
Το δίστιχο λοιπόν της Δημουλά που μας πληροφορεί πως «ο καιρός είναι κακοήθης όγκος» χωλαίνει πυρηνικά στο εξής: στην παθολογική ανέχεια αυτού που περιγράφει, ακόμη κι αν δεν είναι έτσι - γιατί δεν είναι. Το δίστιχο για να αρμόζει σε Σελινικό επίμετρο όφειλε οπωσδήποτε να είναι με τον «καιρό» δηλαδή με την επιβεβαίωση των πραγμάτων· δηλαδή με τις ΛΕΞΕΙΣ που μίλησαν δια χειρός Σελίν τόσο αληθινά και ντόμπρα (εδώ υπάρχει χάος άγνοιας), ή αν προτιμάτε, υπέρ της σταύρωσης, υπέρ του σάρακα, και υπέρ του Αδιανόητου, γιατί αυτό αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πρέπει να κυνηγήσει ο Άνθρωπος.
Επίσης ο συγγραφέας, μας λέει η μεταφράστρια, πως μετείχε τρόπον τινά σ’ αυτό που περιέγραψε, κι αυτό ουδόλως ισχύει. Ο Σελίν μέσα στο Ταξίδι δεν είναι ο «βιωματικός» συγγραφέας, ειδάλλως κάποια στιγμή θα «ξημέρωνε» μέσα στο βιβλίο, μετά το πέρας της νύχτας, ή θα τον κατάπινε η νύχτα. Ο συγγραφέας στο τέλος με κάποιον τρόπο θα κατέληγε. Όμως η θέση του συγγραφέα στο βιβλίο είναι η θέση που δεν πήραν ποτέ οι άλλοι. Η καθαρότητα, η επιβεβαίωση. Πού υποδηλώνεται λοιπόν η «συμμετοχή»; πρόκειται για βδελυρή καταγραφή όπου ο δημιουργός αισχρότατος μα βαθιά αποφασισμένος δεν «βρέχει ούτε τα πόδια του» μέσα σ’ όλη αυτήν την πτώση. Ο Σελίν έχει πέσει πριν ακόμη γράψει· εκεί που δεν υπάρχει τίποτα για να πέσεις. Αν ο Σελίν ήταν ένας κλασικός διανοητής θα ήταν παραπάνω από ανίκανος να γράψει ένα τόσο μεγάλο βιβλίο. Μήπως λοιπόν θέλησε να δηλώσει το αντίθετο η μεταφράστρια;
Το Κακό που διαβάζει κανείς στο έργο του Σελίν, είναι πάνω και πριν απ’ όλα ο ίδιος ο αναγνώστης. Δεν είναι ο Σελίν. Όπως και το υποκατάστατο της δημοκρατίας που ζει, το οποίο ο Σελίν ορθά προσβάλλει και περιφρονεί. Είναι το απότοκο της πνευματικής και ηθικής ένδειας του αναγνώστη. Ήρθε ο «πολιτισμός» και κατέστρεψε την κουλτούρα. Ο Σελίν είναι «με το Κακό» γιατί δεν καταδέχτηκε να είναι με τον πολτό του «Καλού», και επιπλέον το υπερβαίνει, ως ουσία και καταγγελία.
Το γεγονός πως οι αναγνώστες έρχονται να «θαυμάσουν» τον Σελίν δεν σημαίνει στην πραγματικότητα τίποτα αν προηγουμένως δεν έχουν αναγνωρίσει το δικό τους υπαρξιακό σφάλμα που τους κατέστησε «εργαλείο» στα ανυπότακτα χέρια του συγγραφέα. Και ή άλλη όψη αυτού του νομίσματος είναι πως, στην Ελλάδα λ. χ. οι χιλιάδες των αναγνωστών του βιβλίου δεν σημαίνουν τίποτα για την κοινωνία στην οποία μετέχουν· μακάρι βεβαίως να σήμαιναν, κάτι έστω, από το μήνυμα του συγγραφέα. Δεν αλλάζει δηλαδή τίποτα, έχομε αναγνώστες που κάνουν τουρισμό μέσω λογοτεχνίας. Μα χρειαζόμαστε αναγνώστες που θα «Σελινιάζονταν». Μέρος της ιδέας του βιβλίου το υπαινίσσεται αυτό.
Άλλο να έχεις σωθικά για να τα τρως «με τόση αβάσταχτη θλίψη», δηλαδή, κι άλλο να αρνείσαι ακόμη και να φτύσεις το δικό σου μνήμα. Πόσο μάλλον όταν έρχεσαι και το γκρεμίζεις με ένα μένος που είναι Αναδημιουργία. Μια νέα ιεραρχία, ή τουλάχιστον ένας ολικός πόθος μιας κοινωνίας να ορθώσει το υπαρξιακό της ανάστημα. Να αφήσει την πολιτική, τον πλούτο και την τυφλή πίστη στη λάσπη των σταράτων χοίρων.
Να τι συμβαίνει, λοιπόν, σε μια τέτοια λιγόψυχη (όπως την κατάντησαν) χώρα, σε μια κλειστή ή ανοιχτή «σύγχρονη» κοινωνία: προϋπαντούν τον Σελίν σαν λουκουμόσκονη για τα άνοστα της νεότερης λογοτεχνίας, και ακόμη παραπέρα. Δεν ήξεραν να βάλουν, λ. χ. το «Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη»; Μα πού να ‘χουν το νου τους στον Καρούζο, για να αναφέρουμε μία καλή προσφορά για motto. Η εξυπνάδα σε κουβάδες.
Να έχουμε κάτι να περνάμε την ώρα - που μας διαπερνά με Τίποτα. Σε λίγο δεν θα βρίσκεις άνθρωπο να γνωρίζει τι σημαίνει λογοτεχνία. Του αγίου Σελίν ανήμερα.

13/1/2008


KEROUAC ΦΑΝΤΗΣ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ
[Εξημμένος]

“Ce qui est poétique, c’est moins l’œuvre que ce qui oeuvre,
c’est moins l’organon que ce qui organise”.

P. Lacoue-Labarthe, J. L. Nancy

Μία επιβεβλημένη επισήμανση: «Είναι συζητήσιμο» λένε, «αν ο Τζακ Κέρουακ ήταν μεγάλος συγγραφέας. Αυτό που απέμεινε από τα βιβλία του ήταν κραυγές ελευθερίας». Ή, «σίγουρα, το να γράφει κανείς σε ένα παλιόχαρτο καταμεσής του δρόμου και φορτωμένος μπενζεντρίνη δεν είναι και η υψηλότερη τέχνη». Εγώ σας λέω ότι μπορεί και να είναι – αλλά πάλι, γιατί να μας αφορά τόσο πολύ η στάση ζωής και η ιδιορρυθμία ενός δημιουργού και όχι το αποτέλεσμα της γραφής του; Η τέχνη προβάλλει εφόσον και μόνο υπάρχει, και το μπορεί μέσα από κάθε τι. Και ο Τζακ Κέρουακ δεν έκανε άλλο πέρα από το να υπηρετεί εξαιρετικά την τέχνη της γραφής.
Μέσα στον εικοστό αιώνα, η λογοτεχνία δημιούργησε νέα ρεύματα και έθεσε έναν τεράστιο αριθμό νέων ερωτημάτων. Τα ερωτήματα αυτά, όπως και οι πιθανές, ή απίθανές τους απαντήσεις, μεταβιβάστηκαν και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Τα λογοτεχνικά κινήματα που πήραν την ευθύνη να ωθήσουν τον γραπτό λόγο σε πεδία πρωτόγνωρα, έγραψαν ιστορία. Μία από τις πιο σημαντικές, αν όχι η σημαντικότερη, νεωτεριστική κίνηση στον χώρο της λογοτεχνίας, με το πέρας του β’ παγκοσμίου πολέμου, ήταν η Μπιτ Γενιά. Και για να μην πλατειάζουμε, όσο κι αν συντελέστηκαν πολύ σπουδαία πράγματα στους κόλπους της, Μπιτ Γενιά δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει δίχως την παρουσία του Τζακ Κέρουακ.
Οι Μπιτ υπήρξαν μοναδική περίπτωση καλλιτεχνικού κινήματος που έκανε την προσπάθεια να συμπλέξει δημιουργικά δύο, μέχρι προσφάτως φαινομενικά παράλληλους άξονες: το Ιερό και την Πρωτοπορία.
Το 1952 ο Τζων Κλέλλον Χολμς έγραψε σ’ ένα του άρθρο για τους Τάιμς της Νέας Υόρκης ότι ο χαρακτηρισμός ‘μπιτ’ εξέφραζε ένα είδος «πνευματικής και ψυχικής απογύμνωσης». Σχεδόν παράλληλα, ο Τζακ Κέρουακ και ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ άρχισαν κι αυτοί να δίνουν έμφαση στην υπαρξιακή πτυχή του όρου, προτάσσοντας τη βαρύτητα του «beat» ως παράγωγο του «beatitude» και του «beatific» (μακαριότητα - μακάριος) θεωρώντας πως η ήττα σχετιζόταν άμεσα και ολοκληρωτικά με την μυστική φύση της ύπαρξης.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘40, ο πρώτος μικρός κύκλος των Μπιτ, είχε βαπτισθεί στις ιδέες του Όσβαλντ Σπένγκλερ. Η απόλυτη επιδοκιμασία του Σπενγκλεριανού δόγματος, που αποτυπώθηκε στο έργο του «Η Παρακμή της Δύσης», αποτέλεσε γι’ αυτούς την καλύτερη δυνατή αφετηρία, ώστε να δημιουργήσουν το αντίδοτο της δικής τους κουλτούρας για τις πνευματικές πληγές του «Αμερικάνικου Ονείρου», που ήταν εφιάλτης για εκείνους.
Ο Τζακ Κέρουακ έζησε όλη του τη ζωή και έγραψε σχεδόν όλα του τα βιβλία πιστεύοντας στην φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, όχι με το πρόταγμα μίας κατά συνθήκη αντίδρασης – της οποίας το παραλήρημα έχει κατακλύσει την σύγχρονη «λογοτεχνία».
Ο Κέρουακ είχε εμπνευστεί την Αυθόρμητη Πρόζα το 1951. Η Αυθόρμητη Κερουακική Πρόζα αποτέλεσε την πιο προωθημένη τάση πειραματισμού της αμερικάνικης πεζογραφίας από την εποχή του λακωνικού και στυγνού ύφους του Έρνεστ Χέμινγουεη (βλ. In Our Time, 1925). Ο Τζακ Κέρουακ ήταν ίσως ο πρώτος ολοκληρωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας των Η. Π. Α. που τα γραπτά του αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και την ψυχική ευφορία. Δεν επρόκειτο για μία λογοτεχνία της «διαφυγής» ή απλώς της «περιπλάνησης», όπως προείπαμε, όχι τουλάχιστον με τους καθιερωμένους όρους υπό τους οποίους λειτούργησαν αυτά τα είδη πεζογραφίας. Έχοντας γνώση, από τη μία πλευρά, της εξεζητημένης διάνοιας του Τζέημς Τζόυς, και από την άλλη, του αντι-ακαδημαϊκού ύφους του Χέμινγουεη και του Ντος Πάσσος, απορρόφησε την καθαρή αξία και έκανε ένα βήμα πιο μπροστά. Ο Τζακ Κέρουακ ακολουθώντας κατά πόδας τον σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ οδήγησε την λογοτεχνία στα πεδία μιας τέχνης όπου κανόνας ήταν η αλληλουχία ιδεών και εντάσεων οι οποίες στοιχειοθετούσαν έναν υψηλό και βαθύτατο τρόπο έκφρασης που έφερνε τον αναγνώστη σε μία κατάσταση ψυχικής ρευστότητας. Κάθε διαφοροποίηση ήταν κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Πραγματικό επίτευγμα για τη νεότερη λογοτεχνία.
Είναι προφανές πως στην αρχή της συγγραφικής του πορείας, οι επιδράσεις συγκεκριμένων δημιουργών, όπως ο Joyce, ο Wolfe, και ο Melville, λ.χ. κατηύθυναν τον προσωπικό του λόγο, τα χαρακτηριστικά στοιχεία της Τζαζ όμως, ήταν εκείνα που οριστικοποίησαν τον τρόπο γραφής του, στο σύνολο σχεδόν των πεζών, όσο και των ποιητικών του έργων. Η αρμονία, η μουσική δομή, και η ανάπτυξη των μουσικών φράσεων μετουσιώθηκαν σε ένα καθαρά γλωσσικό ιδίωμα, μια συγγραφική ιδιορρυθμία που δεν είχε ποτέ ως τότε εμφανιστεί στον χώρο της λογοτεχνίας.
Ο Κέρουακ έφτασε στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας της εποχής του, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη γλώσσα, που πριν ακόμη την όποια αναγνώριση και την επίσημη κυκλοφορία των βιβλίων του, κατάφερε (κυριολεκτικά μέσω του δανεισμού χειρογράφων και μεταφοράς των σχολίων!) να επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο γραφής πολλών σημαντικών ποιητών και συγγραφέων, που στην συνέχεια απέκτησαν πόζα, δέχθηκαν αδικαιολόγητα δεκάδες βραβεύσεις και πήραν τα «πρωτεία» της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Μήπως λοιπόν, όλοι αυτοί που κάνουν λόγο για την σύγχρονη λογοτεχνία βρίσκονται σε κατάσταση αλλοφροσύνης και συγχέουν την επιδοκιμασία των φυλλάδων με την αυθεντική τέχνη της λογοτεχνίας; Την καλλιτεχνική πραγμάτωση που ξεκινά από την φυσική παρουσία του δημιουργού και καταλήγει στην απόθεση των λέξεων πάνω στο χαρτί; Το λάθος είναι απόλυτο και καθοριστικό.
Όλα αυτά δεν είναι παρά σκαιότητες που δημιουργούνται τόσο από την άστοχη εκτίμηση της γραφής, όσο και από τον ακαδημαϊκό ή όχι, φενακισμό, που έχει κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους εκδοτικούς οίκους και τους λοιπούς εμπλεκόμενους χώρους (όπως τόσο μελανά την κριτική). Τα τελευταία χρόνια, κατά κόρον, αναρμόδιοι επαγγελματίες και αδαείς σχολιαστές αποφασίζουν τι είναι λογοτεχνία, τι είναι τέχνη, τι είναι ποίηση.
Πρωτίστως, και με την προϋπόθεση βεβαίως πως έχουμε ξεπεράσει τον πίθηκο μέσα μας, τον Κέρουακ οφείλουμε να τον λογαριάζουμε σαν έναν από τους μείζονες συγγραφείς που εμφανίστηκαν στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας. Οφείλουμε να κάνουμε λόγο για την βαθύτητα και την απόλυτη πρωτοτυπία της γραφής του, για το απαράμιλλο ύφος του. Και επί των πολύ αυστηρά τεχνικών ζητημάτων της ποίησης και της πεζογραφίας εξάλλου, η σοβαρή επισκόπηση των έργων του, έστω και καθυστερημένα, μπόρεσε να αποδώσει με φυσικότητα αμέτρητα εγκώμια για τις τόσες αρετές των βιβλίων του.
Παρόλα αυτά ορισμένοι επιμένουν να αντιμετωπίζουν τον Κέρουακ σαν συμπαθή αντιδραστικό, που ουδέποτε ήταν, σαν ένα άγριο τέκνο του περιθωρίου, που δεν ήταν ούτε κι αυτό. Μα και ποια η σημασία αν υποθέσουμε πως ήταν; Για μας θα έπρεπε να έχει σημασία η εξαιρετική δυνατότητα να μπορεί να υπάρχει κάποιος Κέρουακ, θα έπρεπε να μας απασχολήσει η σφοδρότητα και η ευθύνη που απαιτείται για να είναι κάποιος Καλλιτέχνης.
Είναι πασιφανής η ανάγκη των ελλήνων «αρθρογράφων», να αντλούν κάθε τόσο μία ισχυρή δόση ψευτο-αμφισβήτησης, εισπράττοντας τον ερεθισμό μίας ολότελα δανεικής παρέκκλισης από την βάρβαρη και άγονη ζωή τους. Τότε θυμούνται τον Τζακ Κέρουακ, όπως τότε θυμούνται τον Λόουρυ, τον Μπουκόβσκι, τον Μίλλερ, τον Σαντράρ, τον Μπόουλς, τον Ρεμπό, τον Αρτό, τον Σελίν και τόσους άλλους ακόμα που η ελληνική κοινωνία ακούει τα ονόματά τους μονάχα στην διάρκεια του δύσμοιρου οίστρου των σχολιαστών τους.
Σαν φαινόμενο, τόσο καλλιτεχνικό όσο και κοινωνικό, ο λογοτέχνης έχει εξαιτίας τους υποκατασταθεί από ένα κίβδηλο και στειρωμένο πρότυπο του οποίου η λογοτεχνική παραγωγή, καθώς και η καθημερινή του υπόσταση δεν δημιουργούν ουδεμία απολύτως δυναμική· δεν αποτελούν θέση, συνθήκη ολκής, γεγονός βαρύτητας.
Η Ελλάδα δείχνει να μην έχει αναλάβει από παλαιές αρρώστιες. Υπερίπταται στους αιθέρες αλλοτινών σκήπτρων και καθησυχαστικών βραβεύσεων. Όλες οι γενιές τακτοποιημένες στην αυτοχθονική παθολογία, στην παντελή έλλειψη ουσιώδους κουλτούρας, σε ένα κλίμα θρησκευτικής-κοινωνικής πλαδαρότητας όπου βασιλεύει η ατολμία. Η τέχνη της λογοτεχνίας έχει περάσει από το αμιγώς δημιουργικό, από την υπαρξιακή αναγωγή, στην τυποποιημένη ενασχόληση με το «ωραίο» ή ακόμη χειρότερα, με την πόζα μπροστά σε μια γραφομηχανή, σε μια βιβλιοθήκη.
Δείχνει να έχει λησμονηθεί το αξίωμα πως πριν και πάνω απ’ όλα στην γραφή, η τέχνη είναι ο ίδιος ο δημιουργός, και πως ο δημιουργός είναι το μεγάλο έργο που γίνεται βιβλίο. Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα.
Τα δύο τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν πολλαπλά αφιερώματα και κείμενα για τον Τζακ Κέρουακ (τουλάχιστον είκοσι τέσσερα, των οποίων αντίγραφα έφτασαν στα δικά μου χέρια), γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, πλημμυρισμένα από την χαρακτηριστική «μπιτνικίτιδα», την σεσημασμένη σύγχυση των Μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εν’ ρολ, τις γνωστές και αγρεύσιμες, αποπροσανατολισμένες νύξεις περί αμερικανικού ονείρου και τα συναφή. Μα όλοι αυτοί οι αρθρογράφοι είναι ανίκανοι ακόμη και για μία ουσιαστική ανάγνωση; Βαρέθηκαν ακόμη και οι θειάδες μας.
Χρειάζεται λοιπόν να τους υπενθυμίσουν τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία, τα κιτάπια που διέσωσαν την τέχνη της γραφής. Να επιβεβαιώσουν κάποτε ποια είναι η καλλιτεχνική προπαιδεία και ποια η καλλιτεχνική αξία. Ειδάλλως, ας αλλάξουν δουλειά ή ας κάνουν κάτι πιο χρήσιμο: ας βρεθούν ξανά όλοι μαζί στα προκαταρκτικά μαθήματα, στα σκληρά θρανία.

7/1/2008

5 σχόλια:

ANAPAISTE είπε...

Ομολογώ, αγαπητέ Κύριε Λειβαδά, ότι μου διαφεύγουν κάμποσα στο περί Σελίν κείμενό σας. Θα αναφερθώ (ενδεικτικά) σε μερικές απορίες μου:

Πρώτον, όταν λέτε: "Εάν ορισμένοι επιλέγουν να αντιμετωπίζουν τον Σελίν ως απώτατη πτυχή μίας λογοτεχνικής, και όχι μόνο, έκφρασης, ενός «δημοκρατικά» θεμελιωμένου τοπίου δυνάμεων και δράσεων, είναι μακριά νυχτωμένοι", εικάζω ότι αναφέρεστε σ' εμένα και απορώ, επειδή κάτι τέτοιο απέχει παρασάγγας απ' την ερμηνεία μου. Απορώ και... ενίσταμαι.
Δεύτερον, όταν διατείνεστε ότι το "δύτυχο" δίστιχο της Κ. Δημουλά χωλαίνει πυρηνικά "στην παθολογική ανέχεια αυτού που περιγράφει, ακόμη κι αν δεν είναι έτσι - γιατί δεν είναι", θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε τι εννοείτε; Η "ανέχεια" καταρχάς σημαίνει "ένδεια", για μπας εκ παραδρομής "ανοχή" (που θα' βγαζε ίσως ένα κάποιο νόημα);
Τρίτον, λέτε "το δίστιχο για να αρμόζει σε Σελινικό επίμετρο όφειλε οπωσδήποτε να είναι με τον «καιρό» δηλαδή με την επιβεβαίωση των πραγμάτων· δηλαδή με τις ΛΕΞΕΙΣ που μίλησαν δια χειρός Σελίν τόσο αληθινά και ντόμπρα (εδώ υπάρχει χάος άγνοιας), ή αν προτιμάτε, υπέρ της σταύρωσης, υπέρ του σάρακα, και υπέρ του Αδιανόητου, γιατί αυτό αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πρέπει να κυνηγήσει ο Άνθρωπος". Πάλι δεν καταλαβαίνω γρυ (μπορεί βέβαια να φταίει η κοντόθωρη αντίληψή μου). Διότι, αν ο Σελίν είναι με τον "καιρό", δηλαδή με την "επιβεβαίωση των πραγμάτων", δηλαδή με τις "ΛΕΞΕΙΣ", δηλαδή "υπέρ της σταύρωσης", δηλαδή "υπέρ του σάρακα", δηλαδή υπέρ του "Αδιανόητου", τότε πού στην ευχή διαφωνείτε με την καταστατική κακοήθεια του καιρού; (φαντάζομαι βέβαια ότι και μόνο το όνομα "Δημουλά" αρκεί για να καταδικάσει εκ... μότο την επαχθή αισθητική του επιμέτρου μου εις το πυρ το εξώτερον).
Τέταρτον, πού ακριβώς εγώ, η αδαής μεταφράστρια, υπονόησα πως "ο συγγραφέας μετείχε τρόπον τινά σ’ αυτό που περιέγραψε", είτε πως ήταν "βιωματικός"; Μίλησα για μετέχον "αφηγηματικό εγώ", αν δεν λαθεύω, και ουχί για μετέχοντα συγγραφέα, πράγμα που, ως πανδήμως γνωστό, απέχει τα μάλα.
Πέμπτον, στο ομολογουμένως σιβυλλικό: "το Κακό που διαβάζει κανείς στο έργο του Σελίν [...] δεν είναι ο Σελίν [...] Ο Σελίν είναι «με το Κακό» γιατί δεν καταδέχτηκε να είναι με τον πολτό του «Καλού», και επιπλέον το υπερβαίνει, ως ουσία και καταγγελία", ομολογώ σας χάνω. Μπας και ψιλοαντιφάσκετε; Παρεκτός κι αν η "υπέρβαση, ως ουσία και καταγγελία" καθιστά το Καλό και το Κακό οιονεί ταυτόσημα. Τι να πω;
΄Εκτον, με αφήνει ενεά το γεγονός ότι καταδέχεστε να συγκαταλεχθείτε, μολαταύτα, στους "χιλιάδες των [Ελλήνων] αναγνωστών του βιβλίου [που] δεν σημαίνουν τίποτα για την κοινωνία στην οποία μετέχουν· μακάρι βεβαίως να σήμαιναν, κάτι έστω, από το μήνυμα του συγγραφέα" [μήπως η κατακλείδα εδώ είναι κομματάκι ασύντακτη;]
Είναι απορίας άξιο βέβαια που η "αντικειμενικά καλή" μετάφραση γλίτωσε το όνειδος και την καταισχύνη. Μήπως όμως "καλή μετάφραση" σημαίνει, πάνω απ' όλα, "καλή ανάγνωση";
Ευχαριστώ,
Σεσίλ Ι. Μ.

Γιάννης Λειβαδάς είπε...

Αξιότιμη Σεσίλ Ι. Μ. δεν συνηθίζω να απαντώ σε σχολιασμούς μα ένεκα της γνωριμίας σας με τον αγαπητό μου Ίκαρο Μπαμπασάκη, ο οποίος μου μίλησε για σας, αποφάσισα να σας γράψω λίγες λέξεις για κάθε ένα από τα σχόλια που αφήσατε στο blog μου.
1) Ως τέτοια θεωρώ την ερμηνεία σας έχοντας κατατοπιστεί από το επίμετρό σας. Εσείς μιλήσατε για «διαχείριση καθημερινών ολέθρων», για «μαύρο ήλιο» και τόσα άλλα για τα οποία έκανα λόγο στο κείμενό μου.
2) Παθολογική στέρηση, φτώχια. Τι να σημαίνει αυτό άραγε;
3) Ο καιρός, ξέρετε, είναι το διαμετρικώς αντίθετο της Δράσης, της Δημιουργίας…
4) Ως προς Δημουλά με κρίνετε καλώς. Εάν κάποιος συμμετέχει δημιουργικά, με οιονδήποτε τρόπο, στην τέχνη του λόγου, οφείλει για το καλό των συνανθρώπων του να είναι ή με κάποιον Σελίν ή με κάποια Δημουλά. Το ότι δεν είναι, δεν έχει δηλαδή αναλάβει τέτοια ευθύνη (που είναι άλλωστε η υψηλότερη), τότε εκ των πραγμάτων συντηρεί εκείνο το: «δημοκρατικά» θεμελιωμένο τοπίο που έγραψα, για το οποίο κάνατε λόγο στο πρώτο σας σχόλιο.
5) Σχετικά με το «μετέχον αφηγηματικό εγώ» σας παραπέμπω σε δήλωση του ιδίου του Σελίν, αν και θα έπρεπε κανείς να γίνει επ’ αυτού κάπως σκληρός γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχει η υπογραφή του καθενός: Στο σημείωμα που συνόδευε το χειρόγραφο του Ταξιδιού όταν προσκομίστηκε στον εκδοτικό οίκο NRF, έγραφε μεταξύ άλλων ο Σελίν: «…[το ύφος] δεν ήταν προμελετημένο, απλώς γράφτηκε έτσι. Είναι ένα είδος συγκινησιακής λογοτεχνικής συμφωνίας παρά μία πραγματική νουβέλα. Είναι τροφή για έναν ολόκληρο αιώνα λογοτεχνίας». Θα σας πρότεινα να συνδυάσετε όσα έγραψα επ’ αυτού με τις δηλώσεις του συγγραφέα. Κάνατε παρανάγνωση.
6) Εκπληκτικό! Οιονεί οπωσδήποτε το Καλό και το Κακό είναι ταυτόσημα. Σκεφθείτε μόνον, υπό την κάλυψη ποιας ευρύτερης σύμβασης κρίνει η κοινωνία τι είναι καλό και τι είναι κακό; Με την γενίκευση, στην οποία αντιτίθεται ο Σελίν, και με την οποία κρίνεται, μεταξύ άλλων, και η λογοτεχνία. Τι επιλέγει λοιπόν κανείς; Με καλύψατε απολύτως.
7) Αντιλαμβάνομαι πως έπρεπε με κάποιον τρόπο να μου επιτεθείτε εφόσον νιώσατε πως σας επιτέθηκα κι εγώ. Το αν σας επιτέθηκα βέβαια θα κριθεί στον μέλλοντα, που είναι ο απόλυτος χρόνος. Οι παλιοί έλεγαν «να προσέχεις που βάζεις την υπογραφή σου…», υπάρχουν και ψευδώνυμα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που υπάρχουν και «μη-Έλληνες» αναγνώστες παρότι διαβάζουν την ελληνική σαν μητρική τους γλώσσα. Το «σημαίνω» να θυμάστε πως σημαίνει επίσης «χτυπάω την καμπάνα, στέλνω σήματα, κτλ.». Για περαιτέρω λεπτομέρειες, αν και καθυστερημένα πια, μπορείτε να κοιτάξετε τις γνωστές συνεντεύξεις του ιδίου του συγγραφέα, ίσως και το κείμενο «Ο Σελίν στην Σκιά του Σαντράρ» που βρίσκεται στην ιστοσελίδα του poiein.gr.


Υπό το βάρος των ευχαριστιών σας,
Γιάννης Λειβαδάς.

ANAPAISTE είπε...

Πολύ φοβούμαι, αγαπητέ, πως εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω λέξη. Ούτε λέξη.
Λόγω της πασίδηλης πνευματικής μου πενίας, χρειάζομαι λογάκια λιτά και λαγαρά.
"Ο καιρός [...] είναι το διαμετρικώς αντίθετο της Δράσης, της Δημιουργίας…" (με θετικό πρόσημο αυτές, υποθέτω) και ταυτοχρόνως ο μέλλων είναι "ο απόλυτος χρόνος"; Με μπερδεύετε. Αχ, πώς με μπερδεύετε!
Υπό το βάρος της αγνοίας μου, σας εύχομαι θέρος ελαφρύ.
Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

Γιάννης Λειβαδάς είπε...

Δεν ανήκω στο πλειοψηφικό κίνημα που η υπεράσπιση ενός ποιητή ή ενός συγγραφέα, κατ’ έναν τρόπο, υποδηλώνει και υπεράσπιση του υπερασπίζοντος. Προτιμώ την συντριπτική μειοψηφία αγέλαστος.
Όχι μόνο αρέσκεστε στις προσωπικές επιθέσεις μα, έχετε την εντύπωση πως αντικρούετε επαρκώς κι εκείνες που «δέχεστε». Εάν πιστεύετε πως δεχθήκατε προσωπική επίθεση, τότε σας παρακαλώ να μου ανταποδώσετε ώστε να πατσίσουμε. Χαθήκατε σ’ εκείνον τον ζόρικο πληθυντικό του πνεύματος. Κάνατε σχόλια και για λογαριασμό άλλων;
Πέραν αυτού δεν αφήσατε ούτε μία αράδα που να καταπιάνεται με τα μείζονα που αναφέρθηκαν. Προτιμήσατε τα δευτερότερα. Κάτι είναι κι αυτό.
Ακούστε, είναι παραπάνω από σίγουρο πως ο Σελίν δεν περίμενε εμάς τους δυο για να κοιμηθεί ήσυχος. Πέραν αυτού, σας διαφεύγει διαρκώς το γεγονός πως στα σημειώματα που ανταλλάξαμε το αντικείμενο είναι ο Σελίν, και όχι το τι θέλετε να πείτε εσείς και το τι θέλω να λέω εγώ, όταν καταφέρνουμε να μην κοιμόμαστε όρθιοι. Καταλάβατε;
Βάση ποίας συνθήκης λοιπόν, αγαπητή του Σελίν, προέκυψε να μην καταλαβαίνεται τι λέω, να «με χάνετε»; Φταίει ο Σελίν. Οφείλατε, και οφείλεται ή να ανήκετε σ’ αυτούς που κρούουν τον κώδωνα ή σε αυτούς που τρέχουν ακούγοντάς τον. Υπάρχει και η σιωπή, η αδιαφορία, η υποχώρηση, ειδικά όταν δεν παρέχεται δυνατότητα να ξεμπερδέψεις με ένα καταπληκτικό ζήτημα υποβάλλοντάς το σε μετάφραση. Αποφεύγετε να εκφράσετε οποιαδήποτε θέση από τις δύο, ή και τρίτη. Κάτι το οποίο, είτε το αντιλαμβάνεστε είτε όχι, κάνω εγώ. Βεβαίως σε αυτό το σημείο προδίδει κανείς «τι καπνό φουμάρει», δεν γίνεται αλλιώς.
Ανήκετε στους ελεύθερους ανθρώπους που δεν αναλαμβάνουν ποτέ αλλά μονίμως διεκπεραιώνουν. Είναι κι αυτό ένα από τα καλά της διάνοιας.
Το παλινδρομικό πλεύρισμα των μεγάλων σημασιών (της ύπαρξης -αλλά μιας και δεν πιστεύεται σ’ αυτήν- της ζωής…) μας καθιστά σαλτιμπάγκους. Κάτι σαν τους χριστιανούς που βαφτίζουν τη μερίδα τους αναλόγως των επιταγών των ημερών. Και τι έγινε; Όταν θες πραγματικά (αληθινά) να μετέχεις στο «Εκ Νέου» δεν βρίσκεται μέρος για λύπηση. Ήτοι, αγαπησιάρικη προσέγγιση, κατ’ επέκταση Οξφόρδη, Χάρβαρντ και Σορβόννη. Γνωρίζετε ασφαλώς τι σημαίνει «αγαπησιάρικη» καθώς με πάσα σοβαρότητα κι επιμέλεια τονίσατε τα περί «διαρροής νοήματος καθ’ οδόν προς την τελευτή» στο επίμετρό σας. Λειτουργήσατε ως οπή στις σωληνώσεις εσείς; Έχετε ιδέα από Θάνατο αγαπητή μου; Δεν εντάσσεται στα πλαίσια ουδεμίας υποδήλωσης. Είναι λάθος να χρησιμοποιείτε την φιλολογία σε τόσο σοβαρά θέματα. Τα πράγματα, οι ιδέες, οι άνθρωποι, βρωμούν καμιά φορά κι απ’ την ίδια την ζωή, ή χειρότερα: απ’ την ίδια τους την ελευθερία.
Μου θυμίζει εκείνο το «σημασία έχει να περνάμε καλά» όχι μόνον όταν ζούμε, μα κι όταν σκεφτόμαστε, γράφουμε, μεταφράζουμε, και οπωσδήποτε όταν διαβάζουμε. Πρόκειται, σας τονίζω, για κουταμάρα ολκής. Μα δεν χρειάζεται να γίνομαι αγροίκος, κατά γενική ομολογία τα καταφέρατε περίφημα δίχως την δική μου βοήθεια στην κρατική τηλεόραση μιλώντας με την εξειδίκευσή σας για τον Σελίν. Κακά αστεία που αρμόζουν μόνον στα πανεπιστήμια, στους αργόσχολους δηλαδή. Η γνώση είναι τζάμπα, ξέρετε, η ανά-γνωση όχι.

ANAPAISTE είπε...

Καμία επίθεση, κύριε Λειβαδά. Ούτε απειλούμαι ούτε βεβαίως απειλώ. Συνιστώ απλώς και ευγενώς να αφήσετε τα παρακείμενα, επίμετρα, οπισθόφυλλα ή αυτιά (δευτερεύοντα ή και περιττά, ούτως ή άλλως) και να ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ τα κείμενα. Διαβάστε λοιπόν το "Ταξίδι". Ολόκληρο. Αρκεί.
Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου