ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΚΑΡΛΟΣ ΟΥΪΛΛΙΑΜΣ (William Carlos Williams) - 8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Η θλίψη της θάλασσας


Αυτή είναι η θλίψη της θάλασσας -

κύματα σαν λέξεις, όλα διαλυμένα -

μια μονοτονία ανύψωσης και πτώσης της διάθεσης.

Γέρνω και προσέχω τη λεπτομέρεια

της εύθραυστης νεροκορφής, τον ατελή

ευαίσθητο αφρό, τις άκρες των κίτρινων

φυκιών απαράλλαχτες -

Δεν υπάρχει ελπίδα - εκτός κι αν ένα κοραλλιογενές

νησί σχηματιστεί αργά

για να προσμένει τα πουλιά να ρίξουν

τους σπόρους που θα το κάνουν κατοικήσιμο.



Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου


Σύμφωνα με τον Μπρέγκελ

ήτανε άνοιξη όταν

ο Ίκαρος έπεσε

ένας αγρότης όργωνε

το χωράφι του

όλη η λαμπρότητα

του χρόνου

είχε κορυφωθεί

κοντά

στης θάλασσας την άκρη

με όλο το ενδιαφέρον

πάνω της

ιδρώνοντας στον ήλιο

που των φτερών

είχε λιώσει το κερί

δίχως νόημα

πέρα στην ακτή

βρισκόταν

μία κηλίδα σχεδόν

απαρατήρητη

αυτή ήταν

η απεικόνιση του Ίκαρου.



Η νεαρή σύζυγος


Στις δέκα το πρωί η νεαρή σύζυγος

τριγυρίζει με τη ρόμπα πίσω

από τους ξύλινους τοίχους του σπιτιού του άντρα της.

Περνάω με τ’ αυτοκίνητο μονάχος.

Κι εκείνη πάλι κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο

για να φωνάξει τον παγοπώλη, τον ψαρά, και στέκει

ντροπαλή, δίχως τον κορσέ της, σουλουπώνοντας

τις άτακτες άκρες των μαλλιών της, και τη συγκρίνω

μ’ ένα πεσμένο φύλλο.

Τα αθόρυβα λάστιχα του αυτοκινήτου μου

σπεύδουν μ’ έναν ήχο θρυμματισμού πάνω στα

ξερά φύλλα καθώς υποκλίνομαι και περνώ χαμογελώντας.



Πορτραίτο μιας προλετάριας


Μία εύσωμη ξεσκούφωτη γυναίκα

με ποδιά

Με τα στιλπνά μαλλιά της πίσω τραβηγμένα

στέκεται στον δρόμο

Τα δάχτυλα του ενός καλτσωμένου ποδιού

ακουμπούν στο πεζοδρόμιο

Το παπούτσι στο χέρι. Κοιτάζει

μέσα του επίμονα

Βγάζει τη χάρτινη εσωτερική σόλα

Για να βρει το καρφί

Που την πονούσε τόση τώρα.



Ο κόσμος συρρικνώθηκε σε αναγνωρίσιμη μορφή


γιατρεμένος σχεδόν από μια αρρώστια

υπήρχε ένας πίνακας

πιθανόν Γιαπωνέζικος

που μου γέμισε το μάτι

ένας πίνακας ηλίθιος

αν αφαιρέσεις πως μέσα του αναγνώρισα

τον τοίχο που υπήρχε για μένα

που πάνω του κόλλησα σαν μύγα.



Μέσα σ’ αυτό το δυνατό φως


μέσα σ’ αυτό το δυνατό φως

η άφυλλη οξιά

λάμπει σαν σύννεφο

μοιάζει να ακτινοβολεί

από μόνη της

με ένα απαλό διάχυτο φως

αγάπης

πάνω στην εύθραυστη

χλόη.

Υπάρχουν όμως

αν καλύτερα κοιτάξεις

λίγα κίτρινα φύλλα

που σκιρτούν ακόμα

χώρια μακριά

ένα εδώ κι ένα εκεί

ριγώντας έντονα



Σιωπή


Κάτω από τον μουντό ουρανό-

αυτό το ήσυχο πρωινό

των κόκκινων και των

κίτρινων φύλλων-

ένα πουλί δεν ενοχλεί

παραπάνω από ένα κλωνάρι

της πρασινόφυλλης

ροδακινιάς.



Η πράξη


Τα τριαντάφυλλα ήταν εκεί, μες στη βροχή.

Μην τα κόψεις, την παρακάλεσα.

Δεν θα κρατήσουν, μου είπε.

Μα είναι τόσο όμορφα

εκεί που βρίσκονται.

Ω, όλοι μας ήμασταν όμορφοι κάποτε,

είπε,

και τα έκοψε και στο χέρι

μου τα ‘δωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: