Εισαγωγή στην «Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα»

Γιάννης Λειβαδάς:

Εισαγωγή στην «Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα»

Ηριδανός 2007

Επικεντρωμένη στην περίοδο, από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, η παρούσα ανθολογία κάνει μία προσπάθεια να προσεγγίσει με μία ιδιαίτερη και πολύ συγκεκριμένη αντίληψη, ένα μεγάλο κομμάτι του κορμού της νεότερης αμερικανικής ποίησης. Η ποίηση αυτή, κυρίως στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, επηρέασε, ή καλύτερα, κλόνισε τις βάσεις της νεοτερικής ποιητικής γραφής σε παγκόσμιο επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, που σχεδόν παντού έκτοτε η πλειονότητα των δειγμάτων της σύγχρονης ποίησης βαρύνεται ή έχει σοβαρά εμβολιαστεί με κάποια δόση «αμερικανισμού». Δεν θα εξετάσουμε εδώ τις ειδικές αναφορές της αμερικανικής ποίησης ή τα όποια αποτελέσματα των επιδράσεων και των απηχήσεών της, για τις οποίες εξάλλου απαιτείται ένα πρόσφορο, μεγαλύτερο βάθος μελλοντικού χρόνου, τόσο για να μην υποπέσουμε σε σφάλματα τύπου Harold Bloom, υπονοώντας τον ορίζοντα της ποιητικής γραφής στενωσιά της τυπικής παρερμηνείας ενός υποθετικού κέντρου όπου εντοπίζει κανείς το «υψηλό» μέσω ενός Μεγάλου Κανόνα, (αν και στην πραγματικότητα ο Bloom απέτυχε απλώς γιατί έναντι κάποιας Σταθεράς χρησιμοποίησε έναν συμφυρμό ήδη καταπονημένων και ατελέσφορων προσεγγίσεων) όσο και γιατί στην ποίηση δεν πρέπει να βιάζεται κανείς.

Η αμερικανική ποίηση, στις απαρχές του 1900, χάραξε το νέο της δρόμο έχοντας σταδιακά αντικαταστήσει τους θεούς της αγγλικής παράδοσης και του βικτοριανού αισθηματισμού με τους νέους και προκλητικούς θεούς του Walt Whitman. Κατά πόσο βέβαια έτυχαν τότε άξιας μεταχείρισης οι ιδέες του Whitman είναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να κάνει αμέτρητους σχολιασμούς και συζητήσεις. Αναπτύχθηκαν πάντως δεκάδες έξοδοι από την «κεντρική λεωφόρο» της αμερικανικής δημιουργίας. Ορισμένες οδήγησαν σε αδιέξοδα (επωφελή ωστόσο), κάποιες σε βασανιστικές παρόδους και άλλες σε ορίζοντες πλουτοφόρους. Καθώς ήταν φυσικό, προπάντων λόγω της άσβεστης δίψας για αναδόμηση του ποιητικού λόγου, τα περισσότερα από αυτά τα ρεύματα, πράγματι, κι εντός των αναλογιών και των προσδοκιών τους, απέδωσαν, είτε χρειάστηκε να ερευνήσει κανείς στα φώτα ή κάπου πιο απόμερα.

Επί το πλείστον τα «ποιητικά κινήματα» που εμφανίστηκαν από το 1950 και ύστερα, διαμόρφωσαν πολύ προωθημένες ιδέες για την ποίηση αλλά και τον ίδιο τον ποιητή και δέχτηκαν την πιο σκληρή και άτεγκτη κριτική. Τα μεταμοντέρνα ρεύματα αντιμετωπίστηκαν σαν ένα πλέγμα πειραματικών τεχνικών, τα οποία εξέφραζαν μία γενικευμένη αντιπαράταξη στον Μοντερνισμό, του οποίου τα μεγάλα καλά ήταν πολλά και τα κακά λιγότερα. Έρεισμα των νέων ποιητών θεωρήθηκε κυρίως η μορφική ανακαίνιση. Ο Μεταμοντερνισμός όμως δεν ήταν άλλο από το φυσικό παρεπόμενο του Μοντερνισμού. Και όσον αφορά στην ίδια την Ποίηση, αν δεν είναι αυτή πείραμα τότε τι είναι;

Παρόλη την κατάρτιση που προσφέρθηκε αφειδώς από δεκάδες σχετικά μελετήματα και εισηγήσεις ποιητών, κατέστη αναγκαίο να αποτιμηθούν τα μεταμοντέρνα ρεύματα και με «εξω-λογοτεχνικούς όρους», (ανάγκη που καταδείκνυε την βαθιά μεταβολή που επήλθε στο πρότυπο του ποιητή), δηλαδή με τα νέα «υλικά» που χαρακτήριζαν την ποιητική δημιουργία και δεν σχετίζονταν αποκλειστικά με λογοτεχνικά εργαλεία. Όπως λόγου χάρη η ταυτολογία με δόγματα ανατολικών ή άλλων θρησκειών, νέων φιλοσοφικών δογμάτων, η απήχηση αποληκτικών πεποιθήσεων [βλ. Όσβαλντ Σπένγκλερ], ο προσδιορισμός του οργανικού σώματος της ποίησης πρωτίστως στο πρόσωπο και την φυσική παρουσία του ποιητή και, το πρόταγμα της ολικής διασάλευσης που ευνοούσε τη ρήξη με τις άκαρπες νοοτροπίες - ιδέες που έμοιασε λες πως «ανακαλύφθηκαν» από τους νεότερους μελετητές, ενώ ανέκαθεν προϋπήρχαν συζυγείς προσλαμβάνουσες στην ιστορία της γραφής, μα για ευνόητους λόγους δεν λαμβάνονταν επαρκώς υπόψη των σχολιαστών της.

Η ποίηση είναι κυρίως η προσωπική τροχιά του ποιητή. Ο ποιητής είναι μία σταθερή αξία ανά τους αιώνες, ό,τι κι αν συμβαίνει στην ιστορία. Είναι μία ακλόνητη φυσική πνοή που δεν ταυτοποιείται στα στενά πλαίσια μίας εποχής· ακριβώς γι’ αυτό φέρνει τον γέλωτα η ανάγκη να μιλάμε για κλασικούς, ρομαντικούς, μοντέρνους, και μεταμοντέρνους. Πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο Ποιητής ώστε να απεμπλακούμε από τις προαναφερθείσες δυστοκίες, ώστε να βγούμε στο φως.

Εδώ, κάνουμε την προσπάθεια να καταδείξουμε την ποίηση που εξ αρχής αρνήθηκε να είναι δογματική, μονολιθική, και με οιονδήποτε τρόπο πατροναρισμένη. Παρουσιάζουμε ποιητές που απαξίωσαν τον διδακτικό πουριτανικό τόνο και τον κοινό ρομαντικό στίχο, δηλαδή την εμμονή στην ακαθόριστη μελαγχολία, ποιητές που ανέπτυξαν μία «προσωπική θρησκεία» και οι οποίοι στην πορεία δικαιώθηκαν, αφού η ιστορία καταδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο πως οφείλουμε να είμαστε δύσπιστοι, αν όχι αδιάφοροι, προς κάθε ορθοδοξία:

«Μια φωτιά μες στο μυαλό μου καίει τη σκουριά

και τα αποθέματα των σκουπιδιών του αιώνα μου»

(Νορς)

«Αυτά τα Τραγούδια δεν είναι για να τα καταλαβαίνει κανείς,

κατάλαβε. Είναι για να τρομάζουν μόνο και να παρηγορούν».

(Μπέρρυμαν)

Η ποίηση, σαν μία ακραία οντολογία, πέρασε από το όριο της γενικότητας και της ευθύνης στο στάδιο της αγωνίας και της γνώσης. Στην πρώτη περίπτωση, η ποίηση στάθηκε ικανή να μιλήσει, μόνο σαν ανέπτυξε ουσιώδη μεταφυσική, και στην δεύτερη, μόνο όταν κατάφερε να μην πολιορκηθεί από το χάος και την αταξία. Ιστορικά μπορούμε να την ορίσουμε βάσει των χρονολογιών της ζωής και του έργου των ποιητών που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτόν τον τόμο. Τα ρεύματα που εκφράζονται είναι πολλά, εκείνο που απασχόλησε όμως δεν ήταν η ενημέρωση περί αυτών -το αντίθετο μάλιστα- ήταν η γνωριμία του ελληνικού κοινού με ορισμένους πολύ ιδιαίτερους και καθοριστικούς ποιητές, δίχως να επιβάλλεται κανενός είδους φιλολογική ταξινόμηση. Πιστεύουμε άλλωστε πως δεν είναι μακριά η εποχή όπου η τακτική των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ ιδεών και προτύπων στον ποιητικό χώρο θα αποδειχθεί μάλλον ανώφελη.

Στην Ελλάδα, η συστολή και η μετριότητα έχουν δημιουργήσει καθεστώς στον χώρο της ποίησης και οτιδήποτε πάνω από την μετριότητα και πέραν της συστολής (ακριβώς επειδή καταδεικνύει το φαινόμενο) παραμένει στην σκιά του ποιητικού τοπίου, δίχως να αναγνωρίζουν οι κριτικοί και οι μελετητές τον κίνδυνο που ενέχει μία τέτοια στάση. Ο αντίκτυπός της οδήγησε στο φαινόμενο μίας εκτεταμένης εγχώριας ποιητικής ανεπάρκειας και στην τραγική έλλειψη πολύ σπουδαίων αλλοδαπών ποιητών από την ελληνική βιβλιογραφία.

Καλό εφόδιο στη γλώσσα μας αποτέλεσε η συνοπτική μα εύστοχη ιχνηλασία του Αλέξη Τραϊανού επί των ποιητικών ρευμάτων στην εισαγωγή του βιβλίου του Μεταπολεμική Αμερικάνικη Ποίηση (Α.Σ.Ε. 1979), το οποίο, παρότι έπασχε μεταφραστικά σε πάρα πολλά σημεία, παρέμεινε θησαυρός και αντίβαρο για τα εκδοτικά πράγματα στη χώρα μας.

Αυτό που σαφώς μας ενδιαφέρει και σήμερα είναι η ανάδειξη της καλής ποίησης. Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αφού η εμμονή και η προκατάληψη απέναντι σε ορισμένες ποιητικές μεθόδους καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωση του δημιουργικού κύκλου, από πλευράς τεκμηρίων, προσδιορισμών και αντικειμενικών αξιολογήσεων. Ως εκ τούτου, «μη γνωρίζοντας» τι έχει συμβεί παγκοσμίως στον χώρο της ποιητικής έκφρασης, τα εννέα δέκατα των Ελλήνων ποιητών και μελετητών ποδοβολούν μαινόμενοι στο σημείο μίας ανήξερης εκκίνησης, με μοναδική επίδοση την παρασιτική απομύζηση της «Παράδοσης», της οποίας δεν αποτελούν βεβαίως φυσικό στέλεχος, μήτε και αναγνωρίζουν την αληθινή της φύση. Παραλαμβάνουν ακατάπαυστα(;) απ’ αυτήν, δίχως ποτέ να της παραδίδουν κάτι καινούργιο. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά. Και οι ανθολογίες δεν δημιουργούνται μόνο για τους αγνούς αναγνώστες, μα και για το λογοτεχνικό σώμα μιας κοινωνίας σαν τη δική μας, το οποίο χρήζει βαθιάς και επίμονης υποστήριξης γύρω από αυτά τα ζητήματα.

Σχετικά τώρα με το περιεχόμενο της παρούσας ανθολογίας: το σίγουρο είναι πως όσο περνούν τα χρόνια, η ύπαρξη της «άλλης Αμερικής» μοιάζει όλο και περισσότερο φασματική. Παρόλα αυτά, υφίσταται δυναμικά μια «άλλη αμερικανική ποίηση». Προς αποφυγή πιθανής παρεξήγησης, ας επισημανθεί πως η συλλογιστική αυτής της ανθολόγησης σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί τις νόρμες του αμερικανικού «underground» (πόσο αστείος ηχεί σήμερα αυτός ο όρος!), ούτε και του ευρύτερου «αντιαμερικανισμού».

Η ανθολογία ξεκινά με τα μεγάλα αρχικά ποιητικά μεγέθη της αμερικανικής ποίησης, και συνεχίζει ακολουθώντας τις απότοκες κατευθύνσεις πολύ ισχυρών ονομάτων, που εξέφρασαν ετερόκλιτες ιδέες και προθέσεις.

Κάποιοι ίσως να αναρωτιούνται ακόμη αν η καλή ποίηση «είναι σφαίρα που ρίχνεται στον πόλεμο για την ελευθερία της ανθρώπινης σκέψης» (Spender), ή «δεν κάνει να συμβεί τίποτα στον κόσμο, παρά μόνο ζει στην κοιλάδα της δικής της φωνής» (Yeats). Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διαπιστώσει το ένα ή το άλλο κανείς - ή ακόμη να αποκτήσει μία τρίτη πιο διαφορετική άποψη. Ο καλύτερος απ’ όλους βέβαια είναι να διαβάζει πραγματική ποίηση - κι εδώ προσφέρεται αρκετή από την αμερικανική.

Ετούτοι οι ποιητές πίστεψαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως «τα έπεα πτερόεντα» σαν παράγωγα μίας βαθιά τοποθετημένης και ακύμαντης σιωπής, παίζουν πράγματι τον ρόλο της ασπίδας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο, της νίκης του ποιητή απέναντι στο μηδέν. Η διανοητική συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων όμως, ως γνωστόν δεν υφίσταται, και η ενότητα είναι ο μεγάλος απών. Ο κόσμος καταρρέει· οι πραγματικοί ποιητές βεβαίως όχι, μα απομένουν περιττοί και έρημοι.

Κι επειδή η ποίηση, στην περίπτωση αυτή η αμερικάνικη, γράφτηκε και με το σκεπτικό της ανταπόδοσης στην ύπαρξη, ήτοι της καταχώρησης του φαινομένου που ονομάζεται «ποιητική υπαιτιότητα», σ’ αυτή την ανθολογία παρουσιάζονται και ανάλογες τάσεις που μπορεί να μην αγγίζουν την λεγόμενη ποιητική ακμή μα είναι οπωσδήποτε σημαντικές σαν ποιητικές καταθέσεις. Δεν μιλάμε για την γνωστή διαίρεση των ποιητών σε «εγκεφαλικούς» και «μη-εγκεφαλικούς» που άλλωστε δεν υφίσταται. Ειδάλλως υπονοούμε, δίχως να το αντιλαμβανόμαστε, πως υπάρχει μία λανθασμένη πλευρά του ποταμού όπου ξεβράζονται οι ψυχολογικές διαστάσεις που ορίζουν το έργο κάθε ποιητή. Είναι η «δική μας» πλευρά, ή η «απέναντι;» αναρωτιούνται κάποιοι. Και συνεχίζουμε: πού χάνονται οι μεγάλες ευκαιρίες στο παρελθόν ή στο μέλλον; Και ποια συνθήκη είναι πιο κεφαλαιώδης από την Ανθρώπινη Μονάδα;

Ορισμένοι από τους ποιητές εγκολπώθηκαν την «υπεροχή της αναφοράς». Εκείνη την προσήλωση στο «υψηλό προσόν» του δημιουργού της ποίησης που πέρα από τη στάση ζωής και το βεληνεκές της στόχευσης, περιόρισε τον ποιητή στην ταυτότητα ενός «alien» η οποία εν τέλει τον κατανάλωσε, μέσα στη διάρκεια του πόθου του για απόδραση. Οι οπτικές που προσέφεραν όμως τέτοιοι ποιητές παρότι κάπως περιορισμένες ήταν ολωσδιόλου έγκυρες (βλ. Stevens, Eliot, Ashbery κ. .α.).

Συνυφασμένη με τους συγκεκριμένους, αλλά και με τους όποιους αυθεντικούς τύπους ποιητών, θεωρείται και η επιχειρηματολογία περί «δύσκολης ποίησης». Γίνεται ξανά λόγος δηλαδή για κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Η ποίηση εμφανίζεται όπως ακριβώς έχει: άλλες επιλογές από το να είναι καλή (υπάρχουσα) ή κακή (κατ’ επίφαση), δεν υπάρχουν. Το κατά πόσο γίνεται δημοφιλής επίσης, δεν απασχολεί ούτε την ίδια την ποίηση ούτε τόσο και τον ποιητή.

Η ποίηση απευθύνεται κυρίως σ’ αυτόν που δεν μπορεί να την γράψει, δηλαδή δεν δύναται να υλοποιήσει καλλιτεχνικά την δημιουργική του μεταστροφή. Για τούτο και ο αναγνώστης (που μπορεί να είναι κι αυτός επίδοξος ποιητής), οφείλει να έχει τουλάχιστον ασκηθεί. Άσκηση άλλη δεν υπάρχει από την ώθηση της ζωής στις αληθινές της διαστάσεις, να παρακάμψει κανείς το προφανές της «γενικής σχέσης» και να γίνει ένας άνθρωπος πλήρης. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος που προσφέρει την μελλοντική συνάντηση με το ποίημα. Συνεπώς δεν ενδιαφέρει ουδεμία κατηγοριοποίηση της ποίησης, αλλά η ειδική, εμπειρική, αποκεκαλυμμένη Ώση, ή αν προτιμάτε Άτη.

Μέσα στο έργο πολλών ποιητών, που δεν ανήκαν στην Πρώτη Κλάση, κυριάρχησε μία τάση εξιδανίκευσης των δυνατοτήτων του κειμένου. Οι ποιητές δεν υπέβαλλαν το ποίημα ως μία μακρόχρονη εμπειρία πολλαπλών προοδευτικών συναντήσεων, μα κυρίως ως «επαναλαμβανόμενη εξαιρετική ανακούφιση». Η συνείδηση αποσυρμένη στο καταφύγιο των εκδοχών, εξαλείφοντας ή όχι την τυποποίηση, εκπροσώπησε το ελαφρύτερο, υπερυψωμένο αντιζύγιο, εκείνο που μολονότι η θέση και το βάρος του οδήγησε το έτερό του, το υλικό των ποιητών της Πρώτης Κλάσης, (λ. χ. Williams, Pound, cummings, Zukofsky, Berryman, Bukowski, Kerouac, κ.ά.) στην αποκαλυμμένη επιβεβαίωση, διέθετε επίσης τη δική του χρησιμότητα, τη δική του αδιάκριτη αποκάλυψη.

Οπωσδήποτε, οι πραγματικοί ποιητές είναι πολύ λιγότεροι απ’ όσο νομίζουμε. Καθώς και η ανθρωπότητα υποφέρει πιο βαθιά απ’ όσο πιστεύουμε. Αν η ποίηση, σε παγκόσμια κλίμακα, δεν πάψει να δίνει γη και ύδωρ στην απάνθρωπη γενίκευση, καλύτερα να σωπάσει. Έτσι ίσως μπορέσει και ο κόσμος κατά το ελάχιστο, με τις δικές του δυνάμεις, να μετακινηθεί. Η προβολή μιας άωρης σιωπής, που τελευταία πομπωδώς θεωρείται από ορισμένους ως η πλέον δημιουργική μέριμνα του ποιητή, (με τη σιωπή θεωρούμενη ακροτελεύτια λογική του ποιητικού λόγου) προσδιορίζοντας την πνευματική του αδυναμία να υπερβεί τους φόβους της πνευματικής αλλοίωσης, μα και το γεγονός της αδέκαστης μεταστροφής, είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση για τον μέτριο ποιητή. Για εκείνον όμως που, ενώ ζει ανάμεσά μας, έχει ήδη αποδημήσει, έχοντας εκτείνει στο επέκεινα την ποιητική του δράση, έχοντας δηλαδή συνομιλήσει με την άλλη πλευρά της δημιουργικής σύγκρουσης, την απόλυτη μεταμόρφωση, δεν γίνεται καν λόγος για σιωπή. Εξάλλου, η σιωπή (με κεφαλαίο Σ) εντός του ποιητή, προϋπάρχει ως κατώφλι της δημιουργίας, και λειτουργεί ως μόνιμη εσωτερική δύναμη. Τα λόγια, οι στίχοι, δεν είναι παρά η φωνή της σιωπής που ηχεί με την Ολοκληρωτική Ορμή του ποιητή όταν συναντά το σιωπηρό γκονγκ, το ανείδωτο μέταλλο του Κέντρου. Ειδάλλως δεν θα γνωρίζαμε καν πως υπάρχει. Όσο πιο βαθιά και ειλικρινής είναι αυτή, τόσο πιο τρανοί και σίγουροι θα είναι οι στίχοι:

«Αυτές οι λέξεις είναι επιτηδεύσεις

μιας θνητότητας σιχαμένης.»

(Κέρουακ)

Ο πραγματικός ποιητής γνωρίζει (βιώνει) την σιωπή σαν τον πιο δυνατό και μόνιμο ήχο. Οι ανθρώπινοι ήχοι, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού της ποίησης, δεν είναι παρά φουσκάλες που σπάζουν στη δικής της διάρκεια.

Ως προς τα ιδεώδη, μπορεί να επιλέξει να σωπάσει κανείς, μα ως προς την δημιουργική αναμέτρηση, όχι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τέτοιου είδους διατυπώσεις προέρχονται από τις παρατάξεις μιας «ποίησης» που ασυστόλως προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε υδαρή ερωτήματα, τα οποία ιδιοτελώς και όντας σε φάση καταστολής, είχε η ίδια κατά καιρούς επινοήσει.

Όπως θα διαπιστώσετε μέσω αυτής της ανθολογίας, διόλου λίγοι δεν ήταν οι Αμερικανοί ποιητές που, κατά την διάρκεια μίας πλατιάς περιόδου όπου η ποίηση θεωρείτο καλή υπό την βασική προϋπόθεση πως «ήταν ικανή να σχετιστεί με την σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση», μαιμάκτες εκείνοι, ολοκλήρωσαν την «διείσδυση» μέσα της. Αναμενόμενη ήταν λοιπόν από κάποιους η άρνηση και φυσικό το επακόλουθο να ακουστούν περισσότερα κλάματα και κραυγές, παρά προσευχές και λιτανείες. Σε ένα άλλο σχετικό μου κείμενο έχω επισημάνει το εξής: «Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη εξομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του».

Η ποίηση αναζητεί μονίμως τη δική της φωνή, και μόνο μέσω της ποιητικής έκφρασης θα σταθεί δυνατή και η κατάκτηση μίας συνολικής, εσωτερικής, πνευματικής οργάνωσης: της πειθαρχίας των άκρων, (Παρελθόν και Μέλλον) που σώζει.