Ο ΣΕΛΙΝ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝΤΡΑΡ

Γιάννης Λειβαδάς:

Ο ΣΕΛΙΝ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝΤΡΑΡ

«…Μένω στ’ αλήθεια έκπληκτος που μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων κανένας δεν θυμάται το Μοραβαζίν, πού ήδη εδώ και παραπάνω από μια δεκαετία, περιείχε τα ίδια θέματα με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας που σήμερα ξοδεύεται γι’ αυτό τόσο μελάνι: ο πόλεμος, η έξαρση, η Αμερική, η ζωή ανάμεσα στους αγρίους, η τρέλα, ο ερωτισμός, ο μικροαστισμός, οι γιατροί, κ. ά.» Από γράμμα του Μπλεζ Σαντράρ στον φίλο του Ζακ Ανρί Λεβέσκ.

Αδικαιολόγητη η απογοήτευση του Σαντράρ; Το 1919 όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα αποσπάσματα αυτού του θρυλικού και τότε ανέκδοτου ακόμη βιβλίου στο περιοδικό Littérature, το κείμενο του Σαντράρ καθώς και τα ποιήματά του είχαν ήδη επιδράσει καθοριστικά στα ανερχόμενα πρωτοποριακά κινήματα. Το ότι ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν αποδεδειγμένα μέγιστος φωστήρας του ευρωπαϊκού μοντερνισμού είναι πλέον διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο.

Ο Μπλεζ Σαντράρ ήταν εκείνος που στην κυριολεξία οδήγησε στην εμφάνιση γνωστών λογοτεχνικών ρευμάτων, «ποιητικός κυβισμός», «υπερρεαλισμός», και καθόρισε σε απόλυτο βαθμό την κατεύθυνση της λεγόμενης «μεταμοντέρνας ποιητικής πρόζας» που χρησιμοποιήθηκε από αμέτρητους σύγχρονούς του γάλλους ποιητές και κατόπιν κατά κόρον από τους αμερικανούς Μπιτ και πολλούς ακόμη σύγχρονους ποιητές. Ο ίδιος σοφά δεν ανέχθηκε κανέναν περιοριστικό λογοτεχνικό χαρακτηρισμό παραμένοντας έως το τέλος της ζωής του ένας πρωτοπόρος δημιουργός.

Το περίφημο Μοραβαζίν (και κατά την γνώμη μου ένα από τα κορυφαία κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στα οποία συγκαταλέγεται και άλλο ένα πεζό του Σαντράρ, το Bourlinger), δεν μπόρεσε να γνωρίσει τόση δημοσιότητα, σαν εκείνη του Ταξιδιού, γιατί ο Σαντράρ εξ αρχής έγραφε με μία εντελώς απροσδόκητη γλώσσα, ήταν ένας master της ποιητικής πρόζας πριν ακόμη τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ο Μοραβαζίν κατ’ οιονδήποτε τρόπο popular. Ουδέποτε εξάλλου αυτός ο απίστευτος συγγραφέας δεν αναζήτησε την ευρεία αποδοχή και την εκτεταμένη δημοσιότητα.

Το Μοραβαζίν κυκλοφόρησε τελικά το 1926. Οι «ομοιότητές» του με το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας του Σελίν είναι παραπάνω από σκανδαλώδεις. Και τα δύο βιβλία έχουν αφηγητές γιατρούς, ο Σελίν εξιστορεί μέσω Μπαρνταμού και ο Σαντράρ μέσω Ρεημόν. Και οι δύο γιατροί διαθέτουν δεύτερο παραλογικό εγώ που στην περίπτωση του Μπαρνταμού ενσαρκώνει ο Ροβινσώνας ο οποίος ζει σαν παράνομος και εισάγει τον Μπαρνταμού σε περιπέτειες: πόλεμος, Αφρική, Αμερική, και του οποίου ο θάνατος από μορφίνη δίνει τέλος στο βιβλίο. Ο Ρεημόν έχει τον Μοραβαζίν τον οποίο ελευθερώνει για να οδηγηθεί στην παρανομία, ο οποίος τον παρασύρει σε περιπέτειες στη Γερμανία, στη Ρωσία, στο Βόρειο και τη Νότιο Αμερική, και τον στοιχειώνει στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Όπως και ο Ροβινσώνας, ο Μοραβαζίν πεθαίνει στο τέλος από μορφίνη.

Ακόμη και το όνομα του γιατρού του Σελίν, Παραπίν (Parapine), που παραπέμπει στο «αλεξίκαβλος» φανερώνει άμεση συγγένεια, σημειολογική αντιστοιχία με το όνομα του Μοραβαζίν (Moravagine) που υποδηλώνει «θάνατος στη μήτρα». Ο Παραπίν του Σελίν παραμονεύει μικρά κορίτσια και καταλήγει στο άσυλο, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ ξεκινά έγκλειστος σε άσυλο και αμέσως ξεκινά να δολοφονεί μικρά κορίτσια. Τι άλλο χρειάζεται να παραθέσει κανείς; Προφανώς το «παράπονο» του Μπλεζ Σαντράρ ήταν παραπάνω από δικαιολογημένο.

Τόσο ο Μοραβαζίν, όσο το Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας είχε σαν πυρήνα του τον πόλεμο. Τον παγκόσμιο πόλεμο όπου και οι δύο συγγραφείς συμμετείχαν. Και οι δύο αφηγητές βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης λόγω του μακελειού, της παράνοιας, της ανθρώπινης ανοησίας. Στον Μοραβαζίν όμως ο πόλεμος επινοείται και λαμβάνει χώρα πριν πραγματοποιηθεί στην πραγματικότητα.

Στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας, η γλώσσα μοιάζει να ισοφαρίζει, ίσως ακόμη και να διαφεύγει της καταστροφής του πολέμου, να αποτελεί μία «νίκη», γιατί η Σελινική γλώσσα απέκτησε φωνή μέσω του πολέμου. Γι’ αυτόν τον λόγο το Ταξίδι του Σελίν είναι, πάντοτε σε σχέση με το έργο του Σαντράρ, αρκετά «φιλολογικό» ώστε να βρίσκει κανείς πιο εύκολα τρόπο να το εκτιμήσει. Αποτελεί μία από τις κορωνίδες της λογοτεχνίας που γράφτηκε στην απλή, καθημερινή γλώσσα. Αυτό είναι ένα επίτευγμα. Στο Ταξίδι όμως συμβαίνει και κάτι άλλο ακόμη: έχει εξαφανιστεί σχεδόν κάθε ψήγμα εσωτερικότητας, δημιουργικού διαλογισμού πάνω στα γεγονότα. Ο Σελίν πιο πολύ απέκτησε ένα εργαλείο αντίδρασης, (βλ. τι σημαίνει αυτό, ακόμη και στις μέρες μας), ενώ ο Σαντράρ παρότι ιδιαίτερα εύγλωττος και πληθωρικός, καταβρόχθισε τη γλώσσα, ή βγήκε από τη γλώσσα λόγω του ανθρώπινου ολέθρου.

Ο Μοραβαζίν αποτέλεσε μία εκπληκτική ακολουθία ταυτοτήτων και ανατροπών. Ο Μοραβαζίν κήρυξε τον πόλεμο στην ανθρωπότητα πριν ακόμη ξεσπάσει ο πραγματικός. Στον συγγραφέα Σαντράρ παρέδωσε την απόλυτη λέξη, τη λέξη που εμπεριέχει τα πάντα, μα ήταν στην Αρειανή γλώσσα!

Και στα δύο βιβλία οι βασικοί ήρωες καταδιώκουν αυτό που πιστεύουν πως αποτελεί Αρχή, εστία των πραγμάτων, και προσπαθούν με ποικίλους τρόπους να την ακυρώσουν. Κατάληξη είναι η τελεσίδικη αδυναμία να ξεπεραστεί η ανθρώπινη τραγωδία, οι Άλλοι, το Άλλο. Στην περίπτωση όμως του Σαντράρ ο συγγραφέας αποδεικνύεται ικανός να σιωπήσει και να καταστήσει το έργο του φανέρωση μιας υπαρξιακής επαν-ανακάλυψης. Ακόμη κι αν υφίσταται τη μέγιστη τυραννία στο να το πράξει. Όλα αυτά όμως με την αδιάκοπη δράση, όπως και ο Σελίν, ο οποίος όμως καταλήγει στη επιθεώρηση ενός κλειστού, «ασφαλούς» πεδίου, όπου τρέφεται από τον κόσμο της αυταπάτης. Αντίθετα, ο Μοραβαζίν του Σαντράρ δεν αρέσκεται καν στις πρακτικές του αλλά είναι ο ίδιος η προσωποποίηση της επιθυμίας να υπάρξουν νέες μεταρρυθμίσεις. Ο Μοραβαζίν δεν είναι προσωπικότητα (η διαφυγή), όπως ο ήρωας του Σελίν, είναι η ίδια η ενέργεια, η δράση δίχως συνείδηση.

Για τον Μπλεζ Σαντράρ ο πόλεμος αποτέλεσε «επανάσταση του παραλόγου», όπως έγραψε κάποτε ένας σημαντικός σχολιαστής, ενώ για τον Σελίν ο πόλεμος ήταν κορυφαία επικύρωση.

Οι επιδόσεις και των δύο συγγραφέων είναι αναμφισβήτητες. Μα και τα στοιχεία που παρατέθηκαν πιο πάνω είναι αναμφισβήτητα εξίσου. Ο καθένας μπορεί να επιλέξει τον αγαπημένο του συγγραφέα και ώρα του καλή, υπάρχει όμως κάτι ακόμη που δεν μπορώ να μην αναφέρω: στο Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας η συμφορά οδηγεί σε συγγραφική έξαρση, ο συγγραφέας αρέσκεται στην περιγραφή, γνωρίζοντας όμως πως ένας άνανδρος θα είναι πάντοτε άνανδρος: ένας ημι-άνθρωπος που επιλέγει να κατοικήσει στη «δική του» φυσαλίδα και να αναπαράγει το έπος της αναπαράστασης μίας επίγνωσης που δεν καταφέρνει να φτάσει στην «άκρη της νύχτας», όσο κι αν θέλει να το πιστεύει. Απόδειξη αυτού, το γεγονός πως ο Σελίν υπέκυψε όχι μόνο στον ιδεολογικό ολοκληρωτισμό, μα και στον εκφραστικό ολοκληρωτισμό ο οποίος, όσο τον οδήγησε στη χρήση «μαλλιαρής» γλώσσας, άλλο τόσο τον κατέστησε και δημοσιογραφικό εκφραστή της ανθρώπινης τραγωδίας. Προσωπικά δεν θα διαφωνήσω με την δήλωση του ιδίου πως δεν διέθεται «τίποτα άλλο από ύφος», αυτό εξάλλου υποδηλώνει αυτομάτως και τεράστια περιεκτικότητα νοήματος. Ο Σαντράρ όμως φαίνεται να κατείχε κάτι ακόμη, το ύφος ενός νοήματος, καθώς και το αντίστροφο. Αυτό τον κατέστησε κορυφαίο. Ο Σελίν μπορεί να σηκώσει προς αυτόν τη ματιά του.

Ο Μοραβαζίν μοιάζει ώρες-ώρες ασυνάρτητος και πάσχει από κενά, είναι ένας εξωγήινος που παριστάνει τον άνθρωπο, ή το ανάποδο… παίρνει ακόμα και την θέση του Σαντράρ και γράφει το βιβλίο. Ακόμη και η εκδήλωση του πιο μυστικού και αβάσταχτου πόνου του εκφράζεται μέσω μίας σιωπηλής δράσης, τα οφέλη της οποίας η ανθρωπότητα εξακολουθεί, όμοια με τον Μπαρνταμού να μην έχει κατανοήσει. Το μαρμάρωμα του εγκεφάλου που τρέφει την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένας κόσμος, μονάχα για τον εαυτό του. Το βασικό αίτιο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του δευτέρου, και όλων όσων σήμερα σε πάσης φύσεως επίπεδα συμβαίνουν.

Ο Σαντράρ γράφει προς το τέλος του Μοραβαζίν: «Νεαρέ, στοχάσου την ανία αυτών των τραγικών, ευτράπελων σελίδων. Μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει ποτέ πρόοδος όταν η καρδιά πετρώνει… Το πρόσωπό σου με συγκινεί αλλιώτικα, μούσκεμα στα δάκρυα κι όμως έτοιμο να ξεσπάσει στα γέλια».