Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη Ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μιλά για τη νέα συλλογή ενός ποιητή που «γυρεύει θαύματα στο χθαμαλό

Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη
Ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μιλά για τη νέα συλλογή ενός ποιητή που γυρεύει θαύματα στο χθαμαλό σοκάκι της καθημερινότητας.

Κήπος είναι η ποίηση, άνθη του καλού τα ποιήματα.
Ναι, αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη. Με τούτη την έξοχα συμπυκνωμένη φράση απαντά ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς στην ερώτηση του Victor Lefevre «Τι είναι για σας το Ιερό;» Και το Ιερό είναι αυτό που δονεί, εμπνέει, ταλανίζει και ωθεί τον ποιητή, αυτό που τον κάνει να γυρέψει θαύματα ακόμα και στο πιο χθαμαλό σοκάκι της καθημερινότητας, ακόμα και στο πιο τάχατες ασήμαντο και φευγαλέο και άστατο δευτερόλεπτο. Ο Γιάννης Λειβαδάς τέτοιος ποιητής είναι, και στη Βαβυλώνα δεν βλέπει επιβλητικούς κρεμαστούς κήπους αλλά κρίσιμους κρεμαστούς στίχους που εκθειάζουν το Καλό αφού το ανακαλύψουν σε ένα σούρουπο («είσαι αυτό που νιώθω σπάνια/ το σούρουπο/ το πιο σπάνιο σούρουπο/ χωρίς ήλιο/ ο χάλυβας στο κορμί μου/ σπάζει τα καλούπια μου/ είσαι το σπάνιο πουλί που αναλάμπει/ είμαστε απεριόριστα όμορφοι/ και ωραίοι/ μια γυναίκα κι ένας άντρας/ πιο αργοί απ' το κοράλι/ πιο τρελοί/ από κάθε ποιητή»). Ή άλλοτε το επινοούν, το Καλό, καθώς στέργουν να ψάλλουν για ένα φύσημα στο σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ, για του Ρεμπώ του Αρθούρου την ποίηση την εμπρηστική, καθώς παλεύουν με του Γκέοργκ Τρακλ το ζόφο, καθώς γίνονται φθέγματα αυτογνωσίας κερδισμένης μέσα από την ποίηση της περιπέτειας και την περιπέτεια της ποίησης. Ακούστε: «Τα βρίσκω μπαστούνια μα εκτοξεύω αγριολούλουδα/ ο κίνδυνος είναι ασφαλέστερος απ' την ασφάλεια/ τα λόγια που μπορεί κάποιος να πει λιγοστεύουν/ καθώς και το λυκόφως πάνω από το τραπέζι με τα φρούτα». Είναι σημαντικό αυτό που κομίζει ο Λειβαδάς στην ποίηση των καιρών μας. Και το κομίζει όχι μονάχα με τα ποιήματά του αλλά με μιαν ακόπαστη δραστηριότητα στους λειμώνες και στις αλέες της μουσικής των λέξεων (τι άλλο είναι η ποίηση αν όχι των λέξεων η μουσική;). Το κομίζει μεταφράζοντας τους ποιητές που κατέσφαξαν τις βεβαιότητές του για να τον αναγκάσουν να σκαρφιστεί άλλες, να προχωρήσει σε εκσκαφές μέσα από μιαν αυτοσχέδια αρχαιολογία της γνώσης, για να συνθέσει κατόπιν το δικό του Λόγο περί Μεθόδου και Ηθικής. Το κομίζει με την ίδια του την παρουσία -σάρκα και οστά που αναδίδουν πνεύμα- μες στης Αθήνας τα κρυφά καταφύγια, όπου η Ποίηση ανθίσταται στο ποταπό. Το κομίζει καταφέρνοντας μιαν αναβίωση του ενδιαφέροντός μας για κείνες τις μορφές της τέχνης που πάσχισαν να ανακατέψουν την τράπουλα του ζην ξανά, να παίξουν πάλι στο τραπέζι μιας νέας περηφάνιας το Πόκερ της Σαγήνης. Ακούστε: «Αυτό που έρχεται από παλιούς ποιητές/ σε μένα/ είναι βαθιά χοάνη αντεστραμμένη/ κάθομαι εδώ ήρεμος ανασαίνοντας σαν λουλούδι/ και δεν χρειάζομαι τίποτα/ δημιουργώ και καταστρέφω/ κοντεύουν να 'ρθουν τα χελιδόνια/ να με δουν/ να μη λέω κουβέντα/ σφηνωμένος στη χοάνη/ καθώς εκείνα θα 'ναι σωσμένα/ και χαρούμενα». Τους κήπους κάνει στίχους ο Λειβαδάς, και άλλωστε κηπουρός είναι ο ποιητής, κήπος είναι η ποίηση, άνθη του καλού, και όχι του κακού, είναι τα ποιήματα. Κι ακόμα, στήνει παρατηρητήρια του ουρανού, μας φέρνει την αστρόσκονη στις τυπωμένες του σελίδες, κάνει πραγματικό το όνειρο και ονειρική την πραγματικότητα, μέσα από τους συνειρμούς της jazz, μέσα από τη σύλληψη και την ποιητική μεταγραφή του φευγαλέου, του άπιαστου, του εφήμερου. Παίζει ξανά και ξανά τη μαγνητοταινία της ζωής, μπαινοβγαίνει στο Στούντιο του Εφικτού για να μας στείλει ποιητικά μηνύματα λύτρωσης των καταδικασμένων στιγμών του εικοσιτετραώρου. Ακούστε: «Σκίζω το γραμμένο χαρτί/ όπως σκίζεις έναν παλιό χάρτη/ σαν να μην ξέρω το λόγο/ δεν υπάρχει θησαυρός στο χαρτί/ το σώμα είναι προπέτασμα/ η μοίρα δουλεύει γκαρσόνα/ στοιβάζει καρέκλες/ σκουπίζει/ σβήνει τα φώτα/ όλα κερασμένα/ την άλλη μέρα/ ξαναπιάνω να γράψω/ σαν λυτρωμένος/ το ποίημα».