Η ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΟΙ ΜΠΙΖΝΕΣ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ

Η ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΟΙ ΜΠΙΖΝΕΣ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ:

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

«Φέρνω την ψυχή μου στο σφαγείο

για τροφή των μελλοντικών χρόνων»

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Μία προφανώς καταδικασμένη αντιπαλότητα κάνει τελευταία την εμφάνισή της στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, όπως την συναντά κανείς σε διάφορα δημοσιεύματα, μα προπάντων στους διαξιφισμούς που ακολουθούν τις περισσότερες ποιητικές βραδιές στα καινούργια λογοτεχνικά πατάρια και τα cafes που έχουν ξεφυτρώσει στο κέντρο της Αθήνας. Το ερώτημα που πλανάται, όπως εκφράστηκε πρόσφατα κατά λέξη, είναι το «Ποιος βρίσκεται τελικά πιο κοντά στην αλήθεια της ποίησης; Ο ποιητής που υποβάλλει νέα εκφραστική συνθήκη ή ο ποιητής που διασώζει ότι μας έχει καταπλήξει;» είναι να αναρωτιέται κανείς, όχι μόνο για τη στενότητα του ερωτήματος, μα και για την ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου διπόλου.

Πιθανόν ο προβληματισμός γύρω από την ποιητική ανακαίνιση και την επίδραση των ιδεών που παράγει η σύγχρονη ποίηση, να έχει πάψει να αφορά, όσο αφορούσε τουλάχιστον κάποτε. Μα εκείνο που έχουμε τελικώς ανάγκη δεν είναι μία δυναμική και τολμηρή ποίηση; Ανεξάρτητα από την αισθητική της κατεύθυνση; Καθόσον η ποίηση, εκείνη που στ’ αλήθεια χρειαζόμαστε, δεν μπορεί παρά να είναι πρωτίστως αυθεντική και υπεύθυνη. Μήπως όμως η κριτική έχει αποποιηθεί κάθε της φυσική ευθύνη και απλά συμπιέζει τον ποιητικό ορίζοντα, με αποτέλεσμα η μόνη πρόοδος που καταγράφεται να αφορά ελάχιστα έως καθόλου στην ίδια την ποιητική γραφή;

Η σύγχρονη ελληνική ποίηση κινείται ως επί το πλείστον στα πλαίσια ενός ακραίου συντηρητικού προσανατολισμού όπου το παρελθόν, ως φάσμα και όχι ως προωθητικός μηχανισμός, εξακολουθεί να περιορίζει την ποιητική γλώσσα με αποτέλεσμα να διαθέτουμε πληθώρα κοπιαστικών αποπερατώσεων οραμάτων που δεν μας πείθουν τόσο για τις προθέσεις τους, μα ούτε και ολοκληρώνουν ένα οργανικό ποιητικό σώμα που έχει την δυνατότητα να μιλά πέρα από τα σύνορα της έδρας του ποιητή. Οι ποιητικοί χειρισμοί και τα οράματα δεν διαθέτουν μία, ας μου επιτραπεί ο όρος, πανανθρώπινη δυναμική. Γιατί πάνω απ’ όλα ο ποιητής δεν είναι εθνικός, ούτε και στρατευμένος, ούτε και εραστής στερεοτύπων, είναι της ανθρωπότητας και της διακινδύνευσης. Και προπάντων εισάγει μία γλώσσα, δεν «γλωσσίζει».

Μήπως αυτό που θεωρούμε στις μέρες μας ποιητική δεν είναι παρά η μεταφορά μίας νέο-συντηρητικής ιδεολογίας στην ποίηση; Μήπως η ποίηση έχει στραφεί στην φιλολογία και όχι στην τέχνη; Σκεφθείτε το σαν γεγονός και σε επίπεδο νεότερης παράδοσης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως υποφέρουμε ένα δημιουργικό μούδιασμα, ίσως μιαν αποτελμάτωση.

Οι ποιητές μας πρέπει να κοιτάζουν μπροστά και να μην τους απασχολεί η διαγωγή ούτε οι αντιπαραθέσεις. Ο ποιητής είναι μία μαύρη τρύπα, όπως αυτές στο διάστημα, που προσελκύουν τα πάντα και μέσα από την ελαστική τους σήραγγα οδηγούν στην άλλη πλευρά. Αυτό που μετράει είναι το όραμα του ποιητή και ο τρόπος με τον οποίο το εισάγει. Όχι η δυνατότητα του ποιητή να εξασφαλίζει μία συνθήκη που θα του επιτρέπει να συντηρεί την δική του υπογραφή.

Πόσα οράματα και πόσες μεθόδους απαριθμούμε; Μοιάζει να έχουμε ξεμείνει με τους ποιητές της πρόωρης δέσμευσης, της ανακύκλωσης όλων εκείνων των ποιητικών προεκτάσεων και δυνατοτήτων (που προήλθαν κατά κόρον από αλλοδαπούς ποιητές), οι οποίες δεσμεύτηκαν στα θεμέλια μιας παγκοσμιοποίησης που, αντί να προάγει, καταπιέζει την ανθρωπότητα. Και όχι μόνο με πολιτικούς όρους, μα κυρίως με πολιτισμικούς.

Λείπει από παντού η φρεσκάδα, η αβίαστη αίσθηση της αγάπης για την ίδια τη γλώσσα, ένας άνεμος ελευθερίας που μπορεί να συνεπάρει τον αναγνώστη. Διαβάζοντας νιώθει κανείς πως πρόκειται για διεκπεραίωση, όχι για τέχνη. Εξάλλου τι ζητά η κοινωνία από τον ποιητή; Την δυνατότητα μιας ολικής επανιεράρχησης.

Όντας επισκέπτης στην φετινή παγκόσμια γιορτή της ποίησης θα μπορούσε κάποιος να αισθανθεί πως η σύγχρονη ελληνική ποίηση βρίσκεται σε φάση αμηχανίας, σε ανάγκη παραγωγής εντυπώσεων, ή απλής επίδειξης επιγνώσεων. Εάν εν πάση περιπτώσει υπάρχει μόνο αυτή, και όχι κάποια άλλη ακόμη αποσιωπημένη – γιατί μάλλον υπάρχει.

Με αφορμή αυτόν τον εορτασμό σταθήκαμε και τυχεροί γιατί ανάμεσα σε όλα διακινήθηκε στο διαδίκτυο μία ανοιχτή επιστολή γύρω από τον εορτασμό της ποίησης και την κατάσταση στη χώρα μας. Την επιστολή υπογράφει ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς. Η επιστολή αυτή θεωρούμε πως εκθέτει, υπενθυμίζει με δημιουργικό πνεύμα, ορισμένα από τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν στη σύγχρονη ποίηση. Παραβάλλουμε ένα κομμάτι από το σχετικό δημοσίευμα: «…αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση… η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης· και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη… το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής… διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων, που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον…».

Ακρότητες; Όχι βέβαια. Πολεμική; Πιθανώς ως έναν βαθμό ναι, μα μην μας διαφεύγει πως πολλά από όσα γράφονται τελευταία για την τέχνη της ποίησης τεκμηριώνουν μία φιλολογική δέσμευση η οποία ελάχιστα υποστηρίζει την προοπτική μίας καθαρής ρήξης που μπορεί να ανανεώσει εκ βαθέων την ποιητική γραφή.

Η νέα συλλογή του Γιάννη Λειβαδά έχει τον τίτλο «Άπτερος Νίκη/Μπίζνες/Σφιγξ» και κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ηριδανός. Στην ποίηση του Γιάννη Λειβαδά βρίσκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται να εντοπίσει κανείς για να μιλήσει για μία ανοιχτή, φιλοπρόοδη και δυναμική ποίηση. Ο ποιητής μοιάζει να είναι από μόνος του ένα κίνημα, διαθέτει δική του φωνή και είναι ένας απ’ αυτούς που προσφέρουν πραγματικά γιατί εποπτεύει από δύσκολα και δυσπρόσιτα σημεία.

Στα τρία όλα κι όλα, μακροσκελή ποιήματα της συλλογής, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας δυσβάσταχτων δυνάμεων των οποίων η αναμέτρηση είναι με έναν πολύ δημιουργικό τρόπο εκφρασμένη. Η γλώσσα του ποιητή είναι απρόβλεπτη, αυτο-σαρκαστική, ολοζώντανη και κυριευμένη από μεγάλα πάθη τα οποία όμως δεν υπεισέρχονται στο νοηματικό πεδίο. Εκεί τα πράγματα είναι ολωσδιόλου ξεκάθαρα και απογυμνωμένα. Η μουσικότητα που χαρακτηρίζει και τα τρία ποιήματα είναι πολύτροπος, ίσως δύσπεπτη σε κάποια σημεία. Η συγκοπτόμενη ροή και οι απότομες εναλλαγές παίζουν το ρόλο ενός θορύβου που δημιουργεί ένα στατικό άγχος στον αναγνώστη. Αυτός ο συγκεκριμένος «θόρυβος» δεν λειτουργεί απλά ως αισθητικό υπόστρωμα, είναι μέρος της εσωτερικής ανταπόκρισης του ποιητή μέσα από έναν κόσμο (τον κόσμο όλων μας) που αντιλαλούν ατμόσφαιρες σύγχυσης παρά καθαρές φωνές. Ο ποιητής αποχωρίζεται ανεπιστρεπτί βασικά κομμάτια του κορμού της δημιουργικής του πρόθεσης, σχεδόν αποξενώνεται, χάνει και χάνεται, με αυτόν τρόπο όμως ανταγωνίζεται την ποιητική είδηση και μπορεί αντί για στόμα να έχει φωνή. Πρόκειται για μία σχεδόν βίαιη διάνοιξη του ποιητικού λόγου που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την δραματουργία. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο φωνές μέσα στα ποιήματα, τουλάχιστον δύο εμπλεκόμενες δυνάμεις που αποζητούν ή την πλήρη τους ακύρωση ή την απόλυτη ένωση. Είναι ένα προκλητικό ποιητικό ορατόριο που έχει κέντρο του τον άνθρωπο, όχι τον ποιητή, με όλες του τις ιδιότητες.

Δημιουργός εδώ δεν είναι ο ποιητής που διαθέτει απλώς το φλόγισμα μιας πιθανής ερμηνείας, είναι ο ποιητής που έχει εντελώς αφαιρετική σχέση με τα πράγματα. Ένας ποιητής που δρα με σκοπό την ενότητα, γιατί μόνο μέσω εκείνης το πρόσωπο και το πνεύμα του ποιητή αποκτούν τις πραγματικές τους ιδιότητες και λειτουργούν σαν νοηματικοί συγκολλητές. Ο ποιητής εδώ συμπεριφέρεται πότε σαν εραστής, και πότε σαν πάτρωνας των λέξεων, και αυτή η δημιουργική σχέση ανάμεσα στο ποίημα και τον δημιουργό του είναι η απόλυτη μητέρα κάθε νοήματος. «Κάτι που γράφεται στα σοβαρά, παύουν να το υποστηρίζουν οι κανόνες», μας λέει σε κάποιο σημείο ο ίδιος.

Για να μην ξεχνάμε πως ο πραγματικοί ποιητές εκπροσωπούν στο ακέραιο τη χειραφέτηση από την καθιερωμένη διανόηση και αναγάγουν την ίδια την ζωή σε Τέχνη.

Γιώργος Μάνζελος-Pratt.

manpratt@yahoo.gr