Πρόλογος στα «Σαράντα Ποιήματα» του Carlos Edmundo de Ory

Γιάννης Λειβαδάς:

Πρόλογος στα «Σαράντα Ποιήματα» του Carlos Edmundo de Ory

Ηριδανός 2008


Ο Emerson μας συμβούλεψε πως ο άνθρωπος είναι ο μισός εαυτός του, ο άλλος μισός είναι εκείνο που κατορθώνει να εκφράσει. Ο Carlos Edmundo de Ory είναι ένας από τους ευρωπαίους ποιητές που καλύτερα από πολλούς κατέχει την έκφραση ενός εκ των πλέον καταστροφικών μυστικών της ποίησης: την γνώση πως η ποιητική τέχνη είναι ένα απλανές φινάλε. Ακολούθως δεν συναντά κανείς τα χαρακτηριστικά που τυπικά ολοκληρώνουν ένα μεμονωμένο ποίημα, ή ακόμη και το σύνολο των ποιητικών του καταθέσεων διάρκειας εβδομήντα χρόνων. Τα ποιήματα του de Ory παραμένουν, ως προς τον εσωτερικό τους σχηματισμό, εσκεμμένα εκκρεμή.

Είναι γνωστό πως η ανθρωπότητα κάποια στιγμή μέσα στον εικοστό αιώνα αναγκάστηκε να φάει με το παπούτσι και να περπατήσει με το πιρούνι. Ο de Ory μεταξύ εργαλείου και υποδήματος κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ενός αποσπασμένου εσωτερικού κόσμου. Ενός κόσμου που συνεχίζει να παράγει αποδείξεις της αφομοίωσης του Ανορθόδοξου. Και τώρα πλέον, που η ανθρωπότητα αντικατέστησε το παπούτσι με το πριόνι και το πιρούνι με το τρυπάνι, ο de Ory παραμένει στην πλεονεκτική θέση ενός καλά προετοιμασμένου πνεύματος που αντέχει σε πάσης φύσεως εξωτερικές δυνάμεις. Το πλαίσιο όμως αυτών των ιδιαίτερων αμυντικών μηχανισμών είναι κάτι εντελώς φυσικό γιατί ο ποιητής ανέκαθεν έγραφε με έναν τρόπο τον οποίο αναγνώριζε πρωτίστως σαν ανοιχτό λογαριασμό: «Ο κόσμος είναι μύχιος όπως κάθε τι πελώριο» μας εκμυστηρεύεται σε κάποιο του ποίημα.

Η βαθιά θρησκευτικότητα που τον χαρακτηρίζει, εν μέσω βεβαίως της παντελούς θεϊκής απουσίας σαν υπόθεση Κρίσεως, και ο έντονος αντικομφορμισμός του, τον εντάσσουν κατ’ ένα τρόπο στον κύκλο των ποιητών που εξέφρασαν έναν ιδιότροπο υπαρξισμό που γνώρισε την ευρύτερη φήμη κυρίως μέσω του έργου των αμερικανών Μπιτ ποιητών. Ο de Ory βεβαίως απέχει αρκούντως από την γενιά των αμερικανών ποιητών ώστε να τον χαρακτηρίσει κανείς ισπανόφωνο Μπιτ, (πράγμα το οποίο συνέβη, μα δίχως να έχει νόημα)· ο de Ory όμως εγκωμιάζει με παρεμφερή τρόπο την ανυποταξία της φυσικότητας.

Όποια θέση κι αν έχει κάποιος σχετικά με την τέχνη της ποίησης, θα συμφωνήσει οπωσδήποτε πως σε ένα έργο τόσο ιδιάζον δεν αρμόζουν στενές εκτιμήσεις. Και ο ίδιος πολύ καλά το γνωρίζει, προβάλλοντας μια εσκεμμένη αλλοφροσύνη σαν πρόταση διαφυγής τόσο του ιδίου όσο και του αναγνώστη, για να εξοστρακίσει κάθε πιθανότητα να συνδεθεί το νόημα με οποιαδήποτε «βατή» προσέγγιση. Αυτή η αντίδραση του de Ory είναι ένας δυνητικός κώδικας για πάσης φύσεως αποσαφηνίσεις. Πρόκειται για φυσική αντίδραση φυσικής θέσης. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσε κανείς να εκφράσει την άποψη πως ο de Ory δεν γράφει απλώς, αλλά «υπονομεύει». Η αλήθεια είναι πως η γραφή του είναι μία Περίτεχνη Αισθησιακή Κενότης.

Ο de Ory ενεδρεύει στις εστιάσεις και τις απλοποιημένες ερμηνείες. Ζητά κυρίως να ακουστεί και όχι να μιλήσει. Την «γνώση» την παραμελεί γιατί πρωτίστως τον ενδιαφέρει η στάση, η κατάσταση. Ίσως ακόμη να παραπλανά σαν κωμικός και μυστηριώδης αρλεκίνος μ’ εκείνο το άσβηστο ζωγραφισμένο χαμόγελο· κάτω απ’ αυτό όμως υπάρχει ένα στόμα κρεμασμένο, άδειο. Ένα στόμα απήχησης θανάτου. Εκείνου που κατεβαίνει όλο και βαθύτερα αφήνοντας πίσω του το παιδικό, «αφελές» γέλιο μίας τραχιάς συμφωνίας με το Υπέρλογο, με το Μάταιο. Σχολιάζοντας αυτό που θεωρώ νόημα στην ποίηση έγραψα κάποτε πως: «Το Νόημα βρίσκεται μέσα στην αδυναμία του ανθρώπου να μην το αναγνωρίζει», αυτό ακριβώς θεωρώ ότι πρεσβεύει και ο de Ory με τον τρόπο και τις ιδιορρυθμίες του. Είναι ένας από τους ποιητές που κλείδωσαν από μέσα και ύστερα πέταξαν το κλειδί απ’ το παράθυρο. Τώρα μένει να κριθεί αυτή του η στάση στον καινούργιο αιώνα.

Αν πάλι θεωρηθεί αναγκαία κάποια στοίχιση του δημιουργού στα πλαίσια της ιστορίας της νεότερης ποίησης, οι αξίες του σφύζουν τόσο, σαν σύμπλεγμα μυών, από ζωή, που η λαβή του ανατρέπει με μία σχεδόν σαρδόνια άνεση πολλούς από τους ποιητές που μέσα στον εικοστό αιώνα χαιρετίστηκαν ως μείζονες. Κι αυτή η απίθανη αργοπορία της αναγνώρισής του κάτι λέει.

Η αποκάλυψη της ποίησης του de Ory στο ελληνικό κοινό δεν είναι απλή υπόθεση. Επαναφέρει, μεταξύ ελαχίστων ακόμη, την ενεργητικά Μυστηριακή φύση της ποίησης που η απουσία της έχει ανυπολόγιστα κοστίσει. Για την εκπληκτική μετάφραση του Κώστα Βραχνού δε, οφείλουμε όλοι να είμαστε ευγνώμονες. Ο μεταφραστής χτύπησε φλέβα χρυσού. Την φλέβα του αμίαντου αίματος. Να έχουμε το νου μας, ο de Ory δεν έρχεται σαν τέκνο της Ισπανικής Μούσας, μήτε και σαν πρεσβευτής κάποιας νεοτερικότητας, είναι πολύ ευφυής για να αναπλάθει από τις στενές ιστορικές ή κοινωνικές προδιαγραφές· απλώς περνά από μπροστά μας κατευθυνόμενος προς τα Μέσα.

Αθήνα 2008


Πρόλογος στα «Σαράντα Ποιήματα» του Carlos Edmundo de Ory
Ηριδανός 2008

Ο Emerson μας συμβούλεψε πως ο άνθρωπος είναι ο μισός εαυτός του, ο άλλος μισός είναι εκείνο που κατορθώνει να εκφράσει. Ο Carlos Edmundo de Ory είναι ένας από τους ευρωπαίους ποιητές που καλύτερα από πολλούς κατέχει την έκφραση ενός εκ των πλέον καταστροφικών μυστικών της ποίησης: την γνώση πως η ποιητική τέχνη είναι ένα απλανές φινάλε. Ακολούθως δεν συναντά κανείς τα χαρακτηριστικά που τυπικά ολοκληρώνουν ένα μεμονωμένο ποίημα, ή ακόμη και το σύνολο των ποιητικών του καταθέσεων διάρκειας εβδομήντα χρόνων. Τα ποιήματα του de Ory παραμένουν, ως προς τον εσωτερικό τους σχηματισμό, εσκεμμένα εκκρεμή.
Είναι γνωστό πως η ανθρωπότητα κάποια στιγμή μέσα στον εικοστό αιώνα αναγκάστηκε να φάει με το παπούτσι και να περπατήσει με το πιρούνι. Ο de Ory μεταξύ εργαλείου και υποδήματος κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ενός αποσπασμένου εσωτερικού κόσμου. Ενός κόσμου που συνεχίζει να παράγει αποδείξεις της αφομοίωσης του Ανορθόδοξου. Και τώρα πλέον, που η ανθρωπότητα αντικατέστησε το παπούτσι με το πριόνι και το πιρούνι με το τρυπάνι, ο de Ory παραμένει στην πλεονεκτική θέση ενός καλά προετοιμασμένου πνεύματος που αντέχει σε πάσης φύσεως εξωτερικές δυνάμεις. Το πλαίσιο όμως αυτών των ιδιαίτερων αμυντικών μηχανισμών είναι κάτι εντελώς φυσικό γιατί ο ποιητής ανέκαθεν έγραφε με έναν τρόπο τον οποίο αναγνώριζε πρωτίστως σαν ανοιχτό λογαριασμό: «Ο κόσμος είναι μύχιος όπως κάθε τι πελώριο» μας εκμυστηρεύεται σε κάποιο του ποίημα.
Η βαθιά θρησκευτικότητα που τον χαρακτηρίζει, εν μέσω βεβαίως της παντελούς θεϊκής απουσίας σαν υπόθεση Κρίσεως, και ο έντονος αντικομφορμισμός του, τον εντάσσουν κατ’ ένα τρόπο στον κύκλο των ποιητών που εξέφρασαν έναν ιδιότροπο υπαρξισμό που γνώρισε την ευρύτερη φήμη κυρίως μέσω του έργου των αμερικανών Μπιτ ποιητών. Ο de Ory βεβαίως απέχει αρκούντως από την γενιά των αμερικανών ποιητών ώστε να τον χαρακτηρίσει κανείς ισπανόφωνο Μπιτ, (πράγμα το οποίο συνέβη, μα δίχως να έχει νόημα)• ο de Ory όμως εγκωμιάζει με παρεμφερή τρόπο την ανυποταξία της φυσικότητας.
Όποια θέση κι αν έχει κάποιος σχετικά με την τέχνη της ποίησης, θα συμφωνήσει οπωσδήποτε πως σε ένα έργο τόσο ιδιάζον δεν αρμόζουν στενές εκτιμήσεις. Και ο ίδιος πολύ καλά το γνωρίζει, προβάλλοντας μια εσκεμμένη αλλοφροσύνη σαν πρόταση διαφυγής τόσο του ιδίου όσο και του αναγνώστη, για να εξοστρακίσει κάθε πιθανότητα να συνδεθεί το νόημα με οποιαδήποτε «βατή» προσέγγιση. Αυτή η αντίδραση του de Ory είναι ένας δυνητικός κώδικας για πάσης φύσεως αποσαφηνίσεις. Πρόκειται για φυσική αντίδραση φυσικής θέσης. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσε κανείς να εκφράσει την άποψη πως ο de Ory δεν γράφει απλώς, αλλά «υπονομεύει». Η αλήθεια είναι πως η γραφή του είναι μία Περίτεχνη Αισθησιακή Κενότης.
Ο de Ory ενεδρεύει στις εστιάσεις και τις απλοποιημένες ερμηνείες. Ζητά κυρίως να ακουστεί και όχι να μιλήσει. Την «γνώση» την παραμελεί γιατί πρωτίστως τον ενδιαφέρει η στάση, η κατάσταση. Ίσως ακόμη να παραπλανά σαν κωμικός και μυστηριώδης αρλεκίνος μ’ εκείνο το άσβηστο ζωγραφισμένο χαμόγελο• κάτω απ’ αυτό όμως υπάρχει ένα στόμα κρεμασμένο, άδειο. Ένα στόμα απήχησης θανάτου. Εκείνου που κατεβαίνει όλο και βαθύτερα αφήνοντας πίσω του το παιδικό, «αφελές» γέλιο μίας τραχιάς συμφωνίας με το Υπέρλογο, με το Μάταιο. Σχολιάζοντας αυτό που θεωρώ νόημα στην ποίηση έγραψα κάποτε πως: «Το Νόημα βρίσκεται μέσα στην αδυναμία του ανθρώπου να μην το αναγνωρίζει», αυτό ακριβώς θεωρώ ότι πρεσβεύει και ο de Ory με τον τρόπο και τις ιδιορρυθμίες του. Είναι ένας από τους ποιητές που κλείδωσαν από μέσα και ύστερα πέταξαν το κλειδί απ’ το παράθυρο. Τώρα μένει να κριθεί αυτή του η στάση στον καινούργιο αιώνα.
Αν πάλι θεωρηθεί αναγκαία κάποια στοίχιση του δημιουργού στα πλαίσια της ιστορίας της νεότερης ποίησης, οι αξίες του σφύζουν τόσο, σαν σύμπλεγμα μυών, από ζωή, που η λαβή του ανατρέπει με μία σχεδόν σαρδόνια άνεση πολλούς από τους ποιητές που μέσα στον εικοστό αιώνα χαιρετίστηκαν ως μείζονες. Κι αυτή η απίθανη αργοπορία της αναγνώρισής του κάτι λέει.
Η αποκάλυψη της ποίησης του de Ory στο ελληνικό κοινό δεν είναι απλή υπόθεση. Επαναφέρει, μεταξύ ελαχίστων ακόμη, την ενεργητικά Μυστηριακή φύση της ποίησης που η απουσία της έχει ανυπολόγιστα κοστίσει. Για την εκπληκτική μετάφραση του Κώστα Βραχνού δε, οφείλουμε όλοι να είμαστε ευγνώμονες. Ο μεταφραστής χτύπησε φλέβα χρυσού. Την φλέβα του αμίαντου αίματος. Να έχουμε το νου μας, ο de Ory δεν έρχεται σαν τέκνο της Ισπανικής Μούσας, μήτε και σαν πρεσβευτής κάποιας νεοτερικότητας, είναι πολύ ευφυής για να αναπλάθει από τις στενές ιστορικές ή κοινωνικές προδιαγραφές• απλώς περνά από μπροστά μας κατευθυνόμενος προς τα Μέσα.