Εισαγωγή στα «Ποιήματα» του Charles Bukowski

Γιάννης Λειβαδάς:

Εισαγωγή στα «Ποιήματα» του Charles Bukowski

Ηριδανός 2007

Η ποίηση λειτουργώντας εν πλήρη ελευθερία μάς οδηγεί στην συνείδηση πως δεν είμαστε και τόσο ελεύθεροι. Η ποίηση υμνώντας τον πραγματικό έρωτα, μάς δείχνει πόσο λίγο έχουμε ερωτευθεί. Η ποίηση διακρίνοντας τον Θάνατο μάς θυμίζει πως εκείνος μάς περιμένει. Η ποίηση μπορεί να μας ξεχωρίσει, όταν εμείς γινόμαστε πολτός περιωπής. Τα πράγματα είναι απλά: η ποίηση κάνει όλη την βρώμικη δουλειά.

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1920, στο Άντερναχ της Γερμανίας. Ο πατέρας του υπηρετούσε τότε σε βάσεις του Αμερικάνικου στρατού και η μητέρα του ήταν Γερμανίδα. Το ζευγάρι παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε οριστικά το 1923, στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του μικρού Τσαρλς τον έδερνε από πολύ μικρή ηλικία χρησιμοποιώντας το δερμάτινο λουρί με το οποίο ακόνιζε το ξυράφι του. Μεγαλώνοντας, ο Τσαρλς συνήθισε τον πόνο, έπαψε να κλαίει και μετέτρεψε όλη του την οδύνη σε μίσος και απέχθεια προς τον πατέρα του - και ευρύτερα, ενάντια σε οτιδήποτε συμβόλιζε την εξουσία. Στα δεκάξι του, αποφάσισε να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την βάναυση συμπεριφορά: χτύπησε τον πατέρα του στο πρόσωπο με μία γροθιά και τον έριξε σχεδόν αναίσθητο στο πάτωμα. Έκτοτε ο πατέρας του δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά μαζί του. Ο ίδιος είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του στο περιοδικό High Times:

«Όταν σε δέρνουν τόσο πολύ βάναυσα και για τόσο μεγάλο διάστημα, αποκτάς την τάση να λες τα πράγματα με το όνομά τους – μ' άλλα λόγια, η κατάσταση αυτή εξαφανίζει κάθε προσχηματική διάθεση από μέσα σου. Αν επιζήσει κάτι μέσα σου, συνήθως αυτό θα είναι κάτι αυθεντικό. Οποιοσδήποτε δέχεται τόση βία και τιμωρία στην παιδική του ηλικία, μπορεί να γίνει δυνατός, σωστός άνθρωπος, ή να γίνει βιαστής, φονιάς, να καταλήξει σε κάποιο τρελάδικο, ή να χαθεί μέσα στους αμέτρητους δρόμους της ζωής. Καταλαβαίνετε λοιπόν, πως ο πατέρας μου αποδείχτηκε σπουδαίος λογοτεχνικός δάσκαλος: με δίδαξε το νόημα του πόνου, του πόνου δίχως αιτία».

Ο νεαρός Τσαρλς αντιμετώπιζε επίσης πολύ σοβαρό πρόβλημα με έναν τύπο εξανθήματος, το οποίο είχε σχεδόν παραμορφώσει την επιδερμίδα του προσώπου του. Η κατάσταση αυτή συνετέλεσε δραματικά στην απομόνωση και την άρνηση κοινωνικοποίησης που ήδη χαρακτήριζε τον ποιητή στην εφηβεία του. Ο νεαρός Μπουκόβσκι παρόλα του τα προβλήματα, είχε κερδίσει το πλεονέκτημα να βρεθεί σε μία οπτική γωνία, απ’ όπου, με την βοήθεια του ταλέντου του, κατάφερε σε πρώτη φάση, να παρατηρεί με ειλικρίνεια τον κόσμο, και τέλος, να τον καταδικάσει οριστικά ως μάζα ζωντανών νεκρών. Όλες αυτές οι συγκυρίες χάρισαν στον Τσαρλς Μπουκόβσκι ευθύτητα και τόλμη. Μία οξύμωρη πολυτέλεια. Ουδέποτε φοβήθηκε πως ξεστομίζοντας τις πεποιθήσεις του, θα χάσει τη δουλειά του ή θα εκτοπιστεί από κάποια πολιτική ή ιδεολογική κλίκα. Ο Μπουκόβσκι δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιληφθεί την κοινωνία σαν κάποιος κοινωνικά ενταγμένος. Το πρόβλημα - ή απλώς ζήτημα, (ό,τι προτιμάτε), αυτής της ιδιοσυγκρασίας δεν προσδιόρισε μόνο την αποξένωση του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Η παραμόρφωση του προσώπου του και η προσβλητική συμπεριφορά απέναντί του, βρήκαν αντίκρισμα και εκφράστηκαν μεταφορικά στον ποίηση του, μια ποίηση στα όρια της αισχύνης, της προσβολής - την ποίηση μιας χαμένης ζωής.

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι ξεκίνησε από πολύ νωρίς να ζει μια μοναχική και ανεξάρτητη ζωή. Έκανε αμέτρητες διαφορετικές δουλειές για να επιβιώσει, οι οποίες όμως δεν κρατούσαν παραπάνω από μερικές εβδομάδες ή μήνες. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε η εντεκάχρονη θητεία του στην ταχυδρομική υπηρεσία του Λος Άντζελες. Το 1969 έχοντας γευθεί μια ελάχιστη επιτυχία σαν συγγραφέας σε μικρά περιοδικά και εκδόσεις πολύ περιορισμένου αριθμού αντιτύπων, πήρε την δύσκολη απόφαση να αφήσει την δουλειά του και να προσπαθήσει να ζήσει σαν συγγραφέας. Ήταν πια 49 χρονών, και βρισκόταν στο χείλος της συναισθηματικής κατάρρευσης. Τα πρακτικά προβλήματα της ζωής του δεν ήταν λίγα. Σε κάποια αδημοσίευτη επιστολή του προς τον Καρλ Βάισνερ, με ημερομηνία «κάποια μέρα του Νοεμ. 1969», ο Μπουκόβσκι εξηγεί «έχω μία ή δύο επιλογές - να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ … ή να ζήσω σαν ποιητής και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα το δεύτερο».

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι βρέθηκε αντιμέτωπος στη ζωή του με αμέτρητες προκλήσεις και κινδύνους: διαταραγμένους γονείς, βία, σοβαρό εξάνθημα στο πρόσωπο, νταήδες του δρόμου, αλκοολισμό, επικίνδυνο έλκος, κακοποιούς, παράνοια, παρανοϊκές συντρόφους, ηπατίτιδα, καρκίνο του δέρματος, ζωή στα πιο ξεπεσμένα ξενοδοχεία, αρουραίους, απόπειρες αυτοκτονίας, αστυνομικούς, ύπνο στα πάρκα, παράσιτα, αφόρητη πείνα, τρεμώδες παραλήρημα, και πολλά άλλα. Οι θεοί όμως τον βοήθησαν να επιβιώσει και να γίνει ο δημιουργός που όλοι γνωρίζουμε σήμερα.

Σταδιακά, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, άρχισε να κερδίζει φήμη, να γράφει συστηματικά και να εκδίδει τα βιβλία του με περισσότερη ευκολία. Σε αντίθεση με τους περισσότερους λογοτέχνες της εποχής του, ο Μπουκόβσκι δεν ενδιαφέρθηκε να εξερευνήσει και να εκμεταλλευτεί την δυτική παράδοση της γραφής. Κάποιες από τις πολλές αρετές του Μπουκόβσκι ήταν, η διάκριση της μουσικότητας της απλής, καθημερινής γλώσσας, η ικανότητά του να προσδίδει νόημα και σπουδαιότητα στις πιο απελπιστικές, και φρικτές στιγμές της ίδιας του της ζωής, ή της ζωής άλλων ανθρώπων, χωρίς μάλιστα να καταφεύγει σε συναισθηματισμούς ή να χάνει σε ύφος. Η απίστευτη ευκολία του να αντιπαραθέτει λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής με αφηρημένες έννοιες, είτε για να δημιουργήσει ένα πεδίο δράσης, είτε για να δώσει ζωή σε κάποιο ασήμαντο φαινομενικά σκηνικό. Επίσης μία σπάνια συγγραφική αποστασιοποίηση από τα θέματα του, διατηρώντας ψύχραιμη και οικονομική γλώσσα - στοιχεία που του επέτρεψαν να αναδεικνύει σοφία και χιούμορ ακόμη και στις πιο ασήμαντες υποθέσεις.

Η αμεσότητα και η ευστοχία του άφησαν εποχή. Ο Μπουκόβσκι ήταν από τους λίγους ποιητές ανά τον κόσμο, που κατάφεραν να «μιλήσουν» και όχι να «δείξουν». Ο Μπουκόβσκι εμφανίστηκε στα γράμματα, ως ένας ποιητής απογοητευμένος με το status quo της γραφής - τα πρότυπα και τις συμβάσεις. Ολότελα μόνος στο νεότερο λογοτεχνικό στερέωμα συγκλόνισε το λογοτεχνικό κατεστημένο (και όχι μόνο), με το «μη-λογοτεχνικό» του ύφος, μα και με την δίψα του να δημιουργήσει κάτι νέο, την διάσταση του «make it new», όπως θα έλεγε και ο Έζρα Πάουντ. Κατάφερε να εντάξει την, φαινομενικά αδέξια, καθημερινή ή και ελλιπή γλώσσα, στο σώμα της ποίησης. Επίτευγμα αποτελεί σαφώς, η δυνατότητα που δόθηκε στον απλό, μέσο αναγνώστη, να ευφρανθεί με την παραδειγματικά περιεκτική ποίηση. Μα και στον πιο ενήμερο και ικανό αναγνώστη να διαφύγει από το αντισηπτικό περιεχόμενο και την ηθικολογία.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο ποιητής άρχισε ξαφνικά να ζει με μία σχετική οικονομική άνεση, και ως εκ τούτου, να ασχολείται ακόμη πιο συστηματικά με την γραφή. Στο σύνολο, εξέδωσε σχεδόν εκατό βιβλία ποίησης και πεζογραφίας, και μεταφράστηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, στα ινδικά, τα κινέζικα και τα ιαπωνικά. Τα βιβλία του έφτασαν σε πωλήσεις στις Η.Π.Α. το 1000.000 αντίτυπα. Το 1984 τρία από τα βιβλία του έγιναν best sellers στην Βραζιλία, και στην Γερμανία τα βιβλία του έχουν πουλήσει στο σύνολό τους, πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μέσα σε ένα κλίμα τεράστιας φήμης και ευφορίας, συνεχίζοντας, ακόμη και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, να γράφει με πρόγραμμα. Τελικά πέθανε στις 9 Μαρτίου του 1994, σε ηλικία 73 ετών, σε ένα νοσοκομείο του Σαν Πέδρο στην Καλιφόρνια - ύστερα από δωδεκάμηνη μάχη με την λευχαιμία.

Παρόλη την αδιαφορία και την αποστροφή που έδειξαν για το έργο του, οι καθιερωμένοι μελετητές και λόγιοι της λογοτεχνίας ως τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο Μπουκόβσκι κατάφερε εν τέλει «αναίμακτα» και από την μπροστινή μάλιστα πόρτα, να εισχωρήσει και να καταχωρηθεί στην αφρόκρεμα της Αμερικάνικης και της παγκόσμιας ποίησης, ενάντια στο πείσμα ουκ ολίγων κατηγόρων του. Λογοτεχνικές επιθεωρήσεις έχουν αφιερώσει αμέτρητες σελίδες στην μελέτη του έργου του. Αποκορύφωμα στάθηκε η εμφάνιση του ποιητή στις σύγχρονες, διαβόητες και εγκυρότερες ανθολογίες αμερικάνικης ποίησης. Τα τελευταία χρόνια, το ποιητικό του κυρίως έργο, άρχισε να διδάσκεται σε ορισμένα πανεπιστήμια, στο μάθημα της δημιουργικής γραφής και της αγγλικής φιλολογίας.

Για τον ποιητή γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Κατά καιρούς διάφοροι μπήκαν στον κόπο να μεταφράσουν ποιήματά του, να γράψουν σημειώματα και προλόγους για το έργο του. Ανά περίπτωση, κάποια πράγματα σώθηκαν και κάποια χάθηκαν. Ορισμένοι τον υπερασπίστηκαν, και άλλοι τον πολέμησαν. Όντας στην πραγματικότητα τραγικός, ο Μπουκόβσκι, έπεσε (όπως ήταν αναμενόμενο για τα ελληνικά δεδομένα), για πολλοστή φορά, «θύμα» φιλολογικών και ιδεολογικών παρεξηγήσεων. Οι καλοπροαίρετοι μεν, μα ανυποψίαστοι, έσπευσαν να τον κατατάξουν και να τον ερμηνεύσουν, έχοντας πέσει οι ίδιοι στην προφανή παγίδα του συστήματος της λογοτεχνικής ταξινόμησης. Οι πολέμιοί του, τον κατέταξαν σιωπηλά και έμμεσα στα απολειφάδια της λογοτεχνίας. Σαν κατάληξη έχουμε σήμερα, από τη μία πλευρά, την τεράστια εμπορικότητα του ποιητή, - κυρίως από ανθρώπους που δεν διαβάζουν ποίηση και ευφραίνονται απλώς με την ευθύτητα και την ωμότητά του. Κι από την άλλη, την σιωπή εκείνων που εκ θέσεως θα έπρεπε να φροντίσουν για την παρουσίαση και την όσο δυνατή, αντικειμενική εκτίμηση του. Μοιάζει λες και κονταροχτυπιούνται δύο γνώριμα σε όλους μας «κατεστημένα», το ένα, του γνωστού και μίζερου «περιθωρίου», και το άλλο, του διαβόητου και ευνουχισμένου «ακαδημαϊσμού». Αμφότερα τα συστήματα αυτά φαίνεται πως δεν έχουν συνειδητοποιήσει την, προ πολλού, οριστική τους κατάρρευση. Και ο Μπουκόβσκι ήταν από τους πρώτους, παγκοσμίως, που κατέδειξαν αυτό το γεγονός.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, για μία ακόμη φορά, το φαινόμενο της φιλολογικής αυθαιρεσίας στο ελληνικό τοπίο. Και η αυθαιρεσία ετούτη δεν έχει να κάνει μόνο με την εισαγόμενη λογοτεχνία. Τα ελληνικά γράμματα επίσης σκιάζονται από το καθεστώς της σκλήρυνσης και της μονοτονίας. Ας επανέλθουμε όμως στην περίπτωση του Μπουκόβσκι. Μεταφράσεις των ποιημάτων του άρχισαν να κυκλοφορούν στην χώρα μας από το 1980. Οφείλουμε δυστυχώς να σχολιάσουμε, πως οι μεταφράσεις των έργων του ήταν μάλλον πρόχειρες, και πως κανένας μεταφραστής δεν συντονίστηκε ικανοποιητικά με το πνεύμα του: με την βαθύτατη σχέση της ποιητικής του με εκείνη της κλασικής Κινέζικης ποίησης (εννοώντας κυρίως τον Λι Πο), απ’ όπου μορφοποιήθηκε ο συνομιλητικός του τόνος και η γνωστή παθητική του ένταση. Την κάθετη επίδραση που είχε στο έργο του ο απομονωτισμός και η απλότητα του Ρόμπινσον Τζέφφερς. Κανείς δεν κόπιασε να τον αντιμετωπίσει στοιχισμένο στις πραγματικές του διαστάσεις. Άπαντες τον εκτίμησαν ισάκις σαν την «σκιά των χαμένων προσδοκιών» της Μούσας των τελευταίων δεκαετιών, ή σαν το ανεπιφύλακτο αντίβαρο της συστολής και της αδράνειας που οι ίδιοι προσυπογράφουν.

Εδώ λοιπόν ο Τσαρλς Μπουκόβσκι παρουσιάζεται, περισσότερο από ποτέ, στις πραγματικές του διαστάσεις: δηλαδή σαν ποιητής μιας απόλυτα ορισμένης Άλλης Θέσης και όχι μιας γραφικής αντίδρασης· ποιητής της Καθημερινής Μεταφυσικής και όχι απλά «καταραμένος ποιητής». Ως ένας από τους μείζονες δημιουργούς του περασμένου αιώνα, που επανέφερε τον άνθρωπο στο κέντρο του ποιητικού στόχου, επιβεβαιώνοντας τις τραγικές του μεταβολές αλλά και το στίγμα της αρχέγονης ωραιότητάς του, όταν οι στρατιές των «προοδευτικών λογοτεχνών» [αριστερών και δεξιών] αναζητούσαν τον «δικό τους άνθρωπο» στο μέγιστο της διανοητικής ακίδας ζυγίζοντας ανά προτιμητέο τεμάχιο την ανθρωπότητα.

Ουδέποτε προέκυψε επίσης μία ουσιαστική κριτική παρουσίαση του έργου του. Κι αν εξαιρέσουμε τις διατυπώσεις ορισμένων απόψεων που έγιναν από τον Α. Τραϊανό, -στην εισαγωγή που συνόδευε εκείνη την έκδοση ποιημάτων του Μπουκόβσκι από την «Μικρή Εγνατία»-, έχουμε μάλλον μία σειρά από φαιδρά σημειώματα, που δεν αναλογούν παρά στο φανταστικό επίπεδο ή στις μύχιες προσδοκίες του βίου των δημιουργών τους.

Με ή χωρίς την παρέμβαση της «υψηλής» φιλολογικής διερεύνησης, ο Μπουκόβσκι υπήρξε σκυταλοδρόμος μιας σειράς κορυφαίων ποιητών: Villon, Coleridge, Whitman, Cendrars, cummings, Berryman, κ.ά, που ώθησαν την ποίηση σε μία όσο το δυνατόν, άμεση, ενεργητική γλώσσα, εκφράζοντας ο καθένας με τη δική του ιδιαιτερότητά, τις αναλογίες και τις διατυπώσεις μιας παράλληλης οπτικής -συχνά οριακής- που διέφερε και εξακολουθεί να διαφέρει από την καθολική και συντονισμένη πρόσληψη.

«Αυτό που μετράει περισσότερο είναι πόσο καλά περπατάς μες στη φωτιά». Στην περίπτωση του Τσαρλς Μπουκόβσκι, αυτή είναι παραπάνω από μία απλή έκφραση. Πρόκειται για την διατύπωση-διακήρυξη της ζωής του ίδιου του ποιητή. Το έργο του διέπεται εξίσου απ’ αυτήν και δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από μία ψύχραιμη και καλοπροαίρετη ανάγνωση.

Κλείνοντας θα θέλαμε μόνο να θέσουμε ένα ερώτημα, τόσο σ’ αυτούς που τούς εφαρμόζει, όσο και σ’ εκείνους που τούς πέφτει μεγάλο το κουστούμι της ποίησης: Πως θα είχε άραγε η κατάσταση, αν διαβάζοντας τον Μπουκόβσκι, προσλαμβάναμε την ύπαρξη ως απόλυτο ιστορικό μέγεθος, και αν θεωρούσαμε πως δεν υφίσταται τίποτα πιο μεταφυσικό από το απολύτως καθημερινό; Ας μην βιαστούμε να δώσουμε απαντήσεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια: