Εισαγωγή στο «Ο γυρισμός του ταξιδευτή» του Jack Kerouac

Γιάννης Λειβαδάς:
Εισαγωγή στο «Ο γυρισμός του ταξιδευτή» του Jack Kerouac
Απόπειρα 2007

Για τον Τζακ Κέρουακ η γραφή ήταν η μοναδική άμυνα που ήταν σε θέση να προβάλλει απέναντι στο αίσθημα του χαμού και την βαθιά του απογοήτευση για κάθε τι στη ζωή. Ο βίος του, όσο κι αν φώτισε απρόσμενα το λογοτεχνικό τοπίο της εποχής του, και τον κατέστησε ίνδαλμα στις επόμενες γενιές, δεν ήταν παρά η έσχατη λοξοδρόμηση από τους σκληρούς και άγονους περιορισμούς της καθημερινότητας. Αυτός ο αμυντικός μηχανισμός, υποστηρίχθηκε δημιουργικά από το βαθύ θρησκευτικό του αίσθημα, που ήταν πιθανότατα η μοναδική σανίδα σωτηρίας για τον ίδιο, τουλάχιστον ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Από εκεί κι έπειτα, ο Κέρουακ άρχισε σταδιακά να βυθίζεται στο σκοτάδι της θλίψης και της απόγνωσης.
Αν ζούσε στις μέρες μας ένας 35χρονος Κέρουακ, δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα είχε λόγους να κάνει αυτά τα ταξίδια – όχι τουλάχιστον κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Σήμερα μοιάζει μάλλον απίθανο να καταφέρει να απομονωθεί δημιουργικά κανείς σε κάποιον αμόλευτο από την καθολική ενημέρωση και τον τρόμο του μαζικού παροξυσμού τόπο. Επιβάλλονται ανακαλύψεις άλλων χωρών και άλλων τόπων. Και την λογοτεχνία αυτού του τύπου οφείλουμε να την ψηλαφούμε και να την ευφραινόμαστε όχι υπό την έννοια της καταγραφής ενός εξωτισμού, μα με βάση την ψυχολογική διάσταση, το υπαρξιακό ταξίδι. Γιατί είναι άλλο πράγμα να ξεγλιστρά κανείς από μια μίζερη καθημερινότητα και άλλο να ζει, όπου κι αν βρίσκεται, την καθημερινότητα σαν περιπέτεια. Οι πραγματικά σπουδαίοι «ταξιδιώτες-πεζογράφοι», δηλαδή ο Κέρουακ, ο Σαντράρ, ο Μίλλερ και ο Μπόουλς (για να αναφέρουμε τους επικρατέστερους) μας μιλούν με ένα τέτοιο πνεύμα: με τη φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού. Πολύ περισσότερο όχι με τη φιλοσοφία μίας κατά συνθήκη αντίδρασης – της οποίας το παραλήρημα έχει κατακλύσει την σύγχρονη «λογοτεχνία».
Ο Τζακ Κέρουακ ήταν ένας άνθρωπος δίχως μόνιμη κατοικία, ή καλύτερα χωρίς ίχνος ουδεμίας μονιμότητας πέραν της συγγραφικής του δυνατότητας. Πίστευε προφανώς πως εναλλάσσοντας ακατάπαυστα κατευθύνσεις θα κατάφερνε εν τέλει να βρει ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον πόθο του για πρωτοτυπία και συντροφικότητα και την τάση για ασκητική ζωή. Σημαντικά στοιχεία του συναισθηματικού και αισθητικού υπόβαθρου του Κέρουακ αποκαλύφθηκαν ιδιαίτερα σε βιβλία όπως το Στον Δρόμο, Οι Υποχθόνιοι, Οι Άγγελοι της Ερημιάς και Οι Αλήτες Του Ντάρμα. Σ’ αυτό τον τόμο παρουσιάζονται οι ενότητες που συγκροτούν το τρίτο (τελευταίο) μέρος του βιβλίου Οι Άγγελοι Της Ερημιάς, που φέρουν τους υπότιτλους Passing Through Mexico, Passing Through New York, Passing Through Tangiers France And London και τέλος Passing Through America Again, η οποία ολοκληρώνει το σύνολο παίζοντας τον ρόλο μιας συγκλονιστικής αντίστιξης.
Ο Τζακ Κέρουακ είχε εμπνευστεί την Αυθόρμητη Πρόζα το 1951, ενώ είχε ήδη ολοκληρώσει το Στον Δρόμο. Όταν ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ και ο Ουΐλλιαμ Μπάρροουζ διάβασαν πρώτοι τους Υποχθόνιους, κυριευμένοι από το πρωτόγνωρο συγγραφικό ύφος τού ζήτησαν να γράψει για δική τους χρήση έναν συνοπτικό οδηγό γραφής. Με αυτή την αφορμή ο Κέρουακ συνέταξε το περίφημο κείμενο Τα Ουσιώδη Στοιχεία Της Αυθόρμητης Πρόζας το οποίο μας κατατοπίζει σχετικά μέχρι και σήμερα. Η εντρύφηση και των δύο σ’ αυτόν τον οδηγό γραφής είχε σαν αποτέλεσμα, ο μεν Γκίνσμπεργκ να συνθέσει αργότερα το Ουρλιαχτό, και ο δε Μπάρροουζ να γράψει το Γυμνό Γεύμα. Στο βιβλίο Οι Άγγελοι της Ερημιάς η τεχνική αυτή έφτασε πιθανότατα στο απόγειο της (βλ. και τον τόμο Γραφές της Αιωνιότητας [εκδ. Απόπειρα]).
Η Αυθόρμητη Πρόζα του Τζακ Κέρουακ αποτέλεσε την πιο σημαντική και ταυτόχρονα αδιάπτωτα εντυπωσιακή περίπτωση πειραματισμού της αμερικάνικης πεζογραφίας από την εποχή του λακωνικού και στυγνού ύφους του Έρνεστ Χέμινγουεη (βλ. In Our Time, 1925). Ο Τζακ Κέρουακ ήταν ίσως ο πρώτος ολοκληρωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας των Η. Π. Α. που τα γραπτά του αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην έρευνα και την ψυχική ευφορία. Δεν επρόκειτο για μία λογοτεχνία της «διαφυγής» ή απλώς της «περιπλάνησης», όπως προείπαμε, όχι τουλάχιστον με τους καθιερωμένους όρους υπό τους οποίους λειτούργησαν αυτά τα είδη πεζογραφίας. Έχοντας γνώση, από τη μία πλευρά, της εξεζητημένης διάνοιας του Τζέημς Τζόυς, και από την άλλη, του αντι-ακαδημαϊκού ύφους του Χέμινγουεη και του Ντος Πάσσος, απορρόφησε την καθαρή αξία και έκανε ένα βήμα πιο μπροστά. Ο Τζακ Κέρουακ ακολουθώντας κατά πόδας τον σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ οδήγησε την λογοτεχνία στα πεδία μιας τέχνης όπου κανόνας ήταν η αλληλουχία ιδεών και εντάσεων οι οποίες στοιχειοθετούσαν έναν υψηλό και βαθύτατο τρόπο έκφρασης που έφερνε τον αναγνώστη σε μία κατάσταση ψυχικής ρευστότητας. Κάθε διαφοροποίηση ήταν κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Πραγματικό επίτευγμα για τη νεότερη λογοτεχνία.
Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε κάπως αργά, το 1965, πολύ αργότερα από την κυκλοφορία των Υποχθόνιων, και έφερε στο φως -με περισσότερη συνέπεια- το απρόσμενο, παθιασμένο ήθος ενός αναρχικού ατομικισμού που χαρακτήριζε εξίσου τις άλλες δύο κυρίαρχες τάσεις των αμερικάνικων τεχνών που είχαν ήδη κλείσει τον πρώτο δημιουργικό τους κύκλο: το Μπίμποπ, και τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό.
Αυτός ο τόμος λοιπόν, περιλαμβάνει τις εμπειρίες που κατέγραψε ο Τζακ Κέρουακ, ζώντας στο Μέξικο Σίτυ, στη Νέα Υόρκη, την Ταγγέρη, το Παρίσι, το Λονδίνο και ξανά πίσω στις Η.Π.Α. οι οποίες καταγράφτηκαν την περίοδο 1956-1960.
Μετά την εμπειρία του σαν πυροφύλακας στους ορεινούς όγκους της πολιτείας Ουάσινγκτον το καλοκαίρι του ‘56, ο Κέρουακ ταξίδεψε για άλλη μια φορά στο Μέξικο Σίτυ, σκοπεύοντας να ξαναζήσει τις εμπνευσμένες και ευχάριστες εβδομάδες που είχε βιώσει στην πόλη έναν χρόνο πριν. Τα σχέδια του όμως κατέρρευσαν. Ο γέρος τοξικομανής «δάσκαλος» Μπιλ Γκάρβερ ήταν στα τελευταία του και η Τριστέσσα (η νεαρή ινδιάνα που πρωταγωνίστησε στο ομώνυμο βιβλίο που έγραψε ο Τζακ), βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.
Τον Οκτώβριο του 1956, ο Γκίνσμπεργκ έφτασε στο Μέξικο Σίτυ, με σκοπό να μείνει για ένα διάστημα μαζί με τον Τζακ, προσπαθώντας να τον βγάλει από την κατάθλιψη του. Ήταν άδικος κόπος. Το μόνο που κατάφερε ήταν να τον πείσει να επιστρέψει μαζί του στη Νέα Υόρκη, και να του αποσπάσει την υπόσχεση πως σύντομα θα συναντιόνταν στο Μαρόκο, μαζί με τον Ουΐλλιαμ Μπάρροουζ, τον Γκρέγκορυ Κόρσο και τον Πήτερ Ορλόφσκυ. Ο Τζακ σάλπαρε τελικά στις 15 Φεβρουαρίου του 1957, από το λιμάνι της Νέας Υόρκης με προορισμό την Ταγγέρη.
Κατά την παραμονή του στη Ταγγέρη, ο Μπάρροουζ είχε ολοκληρώσει το «Γυμνό Γεύμα» και ζήτησε από τον Τζακ να το δακτυλογραφήσει. Ο Κέρουακ πέρασε τον περισσότερο χρόνο δακτυλογραφώντας το κείμενο, καταγράφοντας τις δικές του εμπειρίες, και προσευχόμενος στην ταράτσα του σπιτιού του με θέα τη θάλασσα, εντελώς απομακρυσμένος από τους υπόλοιπους. Μετά από χρόνια, ανακαλώντας τις μέρες που είχε ζήσει στην Ταγγέρη, έγραψε πως εκείνη ήταν μια εποχή που «είχα χάσει κάθε διάθεση για έρευνα μέσα στην καθημερινότητα... εκείνο τον καιρό πίστευα ειλικρινά πως το πιο σωστό που μπορούσε να κάνει κανείς ήταν να προσεύχεται για όλους, απομονωμένος».
Το ταξίδι στην Ευρώπη επικύρωσε στον Κέρουακ το τέλος μιας άστατης, παρασυρμένης, μα έντονα δημιουργικής ζωής, προδιαγράφοντας την ερχόμενη οριστική κατάπτωση. Αυτός ο κύκλος ολοκληρώνεται με τις συνοπτικές καταγραφές του Κέρουακ στο Παρίσι και το Λονδίνο, απ’ όπου πήρε το πλοίο της επιστροφής στην Αμερική. Στην πραγματικότητα, βλέποντας κανείς και τις ημερολογιακές σημειώσεις του συγγραφέα, αντιλαμβάνεται πως ο Κέρουακ διέτρεξε αυτήν την πορεία διαισθανόμενος πως επρόκειτο για το «ταξίδι της επιστροφής» του στη αφετηρία όλων του των επιδόσεων: την απόλυτη Ματαιότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα οι Άγγελοι της Ερημιάς ήταν τρία βιβλία σε ένα• έχοντας κοινό σημείο αναφοράς την Κενότητα που απεκόμισε βιώνοντας τρεις φαινομενικά ανόμοιες εμπειρίες: την απομόνωση στο βουνό, την αδειοσύνη της μεγαλούπολης και την ματαιότητα της απομάκρυνσης. Τελικό απόσταγμα όλων αυτών ήταν φυσικά «μια ήρεμη θλίψη», η οποία έκρυβε μέσα της την συντριβή που του είχε προκαλέσει η αίσθηση της ολικής εκκαθάρισης στο πνεύμα όσο και στο σώμα.
Ήταν η πρώτη φορά που ο Κέρουακ χρησιμοποίησε σχεδόν αυτούσια τα κείμενα από τα σημειωματάρια του, γράμμα προς γράμμα και σελίδα τη σελίδα, αντί να καταγράψει τα γεγονότα από μνήμης, όπως άλλωστε το συνήθιζε. Οι παρεμβάσεις που έγιναν από τον ίδιο στα κείμενα ήταν κυριολεκτικά ελάχιστες.
Επιστρέφοντας θα ξεκινούσε ο καταλυτικός εφιάλτης της ζωής του, που τελικά τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο μόλις το 1969. Ο Κέρουακ θα συμβίωνε με τη μητέρα του, θα παντρευόταν για άλλη μία φορά και αναλογιζόμενος το κόστος της μέχρι τότε ζωής του θα κατέρρεε δίχως να μπορεί να δεχθεί βοήθεια από κανέναν. Ήταν τα χρόνια των οδυνηρών ψυχικών διαταραχών, της απομόνωσης, και τέλος, του θανάτου από το αλκοόλ.
Τα κείμενα αυτά στο σύνολο τους αντιπροσωπεύουν ίσως την φωτεινότερη και πλέον διεγερμένη περίοδο του συγγραφέα. Ήταν κατά τον ίδιο από τα πιο φιλόδοξα και, ως προς το ύφος, ολοκληρωμένα. Εδώ ο Κέρουακ αποκαλύπτει την πραγματική και, ως τότε πάντοτε στο ημίφως της συγγραφικής του δεινότητας, Ποιητική, που διέπνεε όλα του τα γραπτά. Εδώ διακρίνει κανείς απλόχερα κάθε σημάδι και ιδιαιτερότητα, που αργότερα θα τον καθιστούσαν πρωτοπόρο και έναν από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: