Εισαγωγή στο «Πικ» του Jack Kerouac

Γιάννης Λειβαδάς:
Εισαγωγή στο «Πικ» του Jack Kerouac
Απόπειρα 2008

Γύρω στο Πάσχα των Καθολικών του 1969, ο Τζακ Κέρουακ έκανε μία τελευταία απόπειρα να γράψει ένα μεγάλο μυθιστόρημα που θα είχε σαν θέμα τα στερνά χρόνια της ζωής του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποτραβηγμένος σ’ ένα ήσυχο οικογενειακό περιβάλλον. Ζώντας στο εξής με την ελληνίδα γυναίκα του Στέλλα Σάμπας και την ημιπαράλυτη μητέρα του στη Φλόριδα, ο Κέρουακ ανασύνταξε ένα μέρος από το υλικό των χειρογράφων του και άρχισε να δακτυλογραφεί με αρκετή φιλοδοξία τον σκελετό του βιβλίου που θα εξηγούσε καλύτερα από κάθε προηγούμενο τις πεποιθήσεις του γύρω από τη ζωή και θα παρουσίαζε το καταστάλαγμα των εμπειριών του. Αντ’ αυτού όμως έγραψε ένα μικρό βιβλίο με μάλλον απρόσμενο ύφος: ήταν η ιστορία ενός μικρού νέγρου, θεματολογικά εντελώς άσχετη με τα προηγούμενα βιβλία του. Ο Πικ συμβόλιζε τη χαμένη αθωότητα, τη γλαφυρή αίσθηση της άσημης ελευθερίας μέσα στην αμερικανική καθημερινότητα, την οποία ο Κέρουακ είχε χάσει για πάντα. Την περίοδο της συγγραφής του Πικ, ο Τζακ Κέρουακ βρισκόταν διαρκώς κλεισμένος στο σπίτι και εφοδιαζόταν με απίστευτες ποσότητες αλκοόλ για να κάνει πιο υποφερτή την αναμονή του ταξιδιού του προς τον παράδεισο. Το βιβλίο ολοκληρώθηκε στις αρχές του καλοκαιριού, μόλις λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του τον Οκτώβριο του 1969.
Ο Κέρουακ μοιάζει να αναπολεί τον ρομαντισμό της παλαιάς αμερικανικής παράδοσης, και να της παραδίδει το τελευταίο του συγγραφικό τέκνο: ένα καινούργιο είδος Χάκμπερρυ Φιν που αποτελεί ένα ήδη ολοκληρωμένο, τελειωμένο στιγμιότυπο της αμερικανικής αναζήτησης. Το κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αμερικανικού μηδέν ή αλλιώς του ατελέσφορου της απόπειρας διαφυγής από τον εφιάλτη του Μπαρμπα-Σαμ.
Οι σταθερές του απόκληρου, του δρόμου, της τζαζ και της λατρείας του αμερικανικού τοπίου, παραμένουν. Η γλώσσα του συγγραφέα όμως, σε όλη την έκταση του κειμένου, είναι η καθημερινή αλλοιωμένη γλώσσα των αμόρφωτων μαύρων της αμερικανικής υπαίθρου: «…and ‘greed Dr. Pepper allus did make a spankin’ good fizzle for folkses’s moufs», ή, «Then he jump around a-holtin hissel by the arms t’show me, and he say, ‘This here dancing. B’ you cain’t go to no jamboree ‘case you gotsa curse on you.» Μία γλώσσα που δεν τηρεί τους συντακτικούς κανόνες και είναι σε γενικές γραμμές αγύμναστη και ελλειμματική. Και αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τέτοια γλώσσα στην Αμερική.
Πέραν της τεχνικής δυσκολίας λόγω του περιορισμένου λεξιλογίου και των ελάχιστων εκφραστικών δυνατοτήτων, ο Τζακ Κέρουακ όχι μόνο κατάφερε να γράψει ένα βιβλίο βαθιά συγκινητικό και δηλωτικό της κοινωνίας του Μολόχ, αλλά πρωτοτύπησε για μία ακόμη φορά. Συνεπώς, αντιλαμβάνεται κανείς πως ακόμη και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ο Κέρουακ ήταν μόνο κατά μία έννοια κατάπτωτος.
Ο μικρός Πικ, το σκάει μαζί με τη βοήθεια του μεγάλου του αδελφού από το ζοφερό σπίτι της θείας του στην Βόρεια Καρολίνα. Πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη, και από εκεί καταλήγουν στην πολυπόθητη Καλιφόρνια. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τις ομοιότητες με την πορεία της ζωής του ίδιου του συγγραφέα.
Ο Κέρουακ μπαίνει στην θέση του έγχρωμου αμερικανού – όσα καλά και άσχημα κι αν επιβεβαίωσε το ταμπεραμέντο της ζωής του απόλυτου Μπιτ, ο Κέρουακ στο τέλος της ζωής του αντελήφθη πως αυτό που έλειπε ήταν μια φυσικότητα, εκείνη που είχε βιαστεί από την καθημερινότητα και απέκτησε νέα πνοή στους δρόμους της περιπλάνησης – δεν αναφερόμαστε βέβαια στην φυσικότητα του ενστίκτου ή της συμπεριφοράς του συγγραφέα, αλλά στην προ πολλού χαμένη φυσικότητα της ίδιας της Ζωής.
Ο Κέρουακ λοιπόν, γίνεται ένας άδολος, προσηνής Πικ, θέλοντας μάταια να προσθέσει μία γαλήνια και μάλλον αισιόδοξη νότα στην ολοκλήρωση του κύκλου της δικής του ζωής. Η ιστορία του βιβλίου καταλήγει σε μία απλή καθημερινή σκηνή πραότητας και ανθρωπιάς. Το σκηνικό δηλαδή, στο οποίο αναζητούσε καταφύγιο από το κυνηγητό των ιδεών, των προκλήσεων και των μάταιων φιλοδοξιών και ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Κέρουακ εξάλλου ήδη αυτοκαταστρεφόταν, φλέρταρε από τα τέλη 1967 με την αυτοκτονία, γευόταν το πικρό ποτήρι της διαστρέβλωσης και της ατυχούς απήχησης των βιβλίων που είχε γράψει. Μία ολόκληρη εποποιία που κατέδειξε με σπάνιο τρόπο την σημασία και το μεγαλείο της μυστηριακής εμπειρίας μέσα στα πιο απλά πράγματα, και κατέληξε να γίνει μοιραία αποδεκτή σαν σιρόπι για τον βήχα. Εν πάση περιπτώσει ο Πικ τα κατάφερε, ο συγγραφέας όχι. Κι αυτή είναι η αλήθεια• επιζούν όμως, επιτυγχάνουν, τα βιβλία.
Ο Κέρουακ, πέρα από την απολαυστική εξιστόρηση, μας προσφέρει και κάτι άλλο ακόμη• μία ευχή που απηχεί βαθιά μέσα μας: όντας έρμαια σ’ ένα σκοτεινό σύμπαν μπορούμε να ανάψουμε το κερί της απλότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: